23 | 08 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΜΑΣ ΑΦΟΡΑ ΤΕΛΙΚΑ Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΣΗΜΕΡΑ;

Δυστυχώς, ο Πανούσης αποδείχθηκε ιδιαίτερα εγκρατής: ευδιάθετος αλλά χωρίς ορμή, λεκτική η συναισθηματική. Η σάτιρά του ανώδυνη, τα αστεία του μέτρια ή αδιάφορα, το εύρος της φαντασίας εμφανώς περιορισμένο. Ούτε προκάλεσε, ούτε ξάφνιασε, ούτε μετέδωσε το μεθυστικό άρωμα της κωμικής αναρχίας του Αριστοφάνη.

Σκέψεις πάνω στο έργο του Αριστοφάνη και τα σύγχρονα ανεβάσματά του με αφορμή την «Ειρήνη» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου

Είναι πράγματι μοναδικός ο κόσμος του Αριστοφάνη. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά και ακόμη στεκόμαστε γεμάτοι δέος και θαυμασμό απέναντι στην απαστράπτουσα φαντασία και το σαρωτικό κωμικό πνεύμα του, το λαμπερό κράμα ποίησης και πολιτικής συνείδησης που ηλεκτρίζει τα έργα του.

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ - LiFO.gr - 26/07/2017

Στα έντεκα σωζόμενα έργα, η συγγραφική πένα κινείται αβίαστα στον χώρο και στο χρόνο. Βουτάει από τη Γη στο Παλάτι του Άδη (Βάτραχοι) ή ορμάει στον ουρανό για να βρει τον Δία (Ειρήνη). Η φυσική τάξη ανατρέπεται. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται, βγάζουνε φτερά και ζουν με τα πουλιά (Όρνιθες). Τα σύννεφα κατεβαίνουν στην ορχήστρα (Νεφέλες). Οι αφηρημένες έννοιες αποκτούν σάρκα και οστά: η Συμφιλίωση εμφανίζεται ως όμορφη γυμνή γυναίκα (Αχαρνείς), και ο Πόλεμος, ως τρομερός μάγειρας που βάζει τις ελληνικές πόλεις στο γιγάντιο γουδί του (Ειρήνη).

Οι φυσικές λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, ο σεξουαλικός ερεθισμός ή η αφόδευση, ζωντανεύουν ανερυθρίαστα στο αριστοφανικό σύμπαν. Επαναστάσεις όπως η σεξουαλική και η κομμουνιστική, λαμβάνουν χώρα πολλούς αιώνες πριν από την εποχή τους · η θεϊκή ολιγαρχία καταργείται. Ένας εκκεντρικός, θαραλλέος αγρότης πετάει στους αιθέρες με το γιγάντιο σκαθάρι του για να απελευθερώσει την Ειρήνη.

Οι ηθοποιοί απευθύνονται στους θεατές, σαρκάζουν τους δικαστές, τους ιερείς, τους πολιτικούς. Η καθημερινή ζωή και οι αγωνίες των απλών ανθρώπων, οι συνέπειες του Πελοποννησιακού Πολέμου διαποτίζουν τον αφηγηματικό ιστό και τον ιδεολογικό πυρήνα των έργων. Οι ήρωες _ αλλαντοπώλες, γεωργοί, αμπελουργοί, νοικοκυρές _ αψηφούν το κατεστημένο, οραματίζονται το απίθανο, τολμούν το αδιανόητο και φέρνουν τα πάνω κάτω με την επιμονή, την επινοητικότητα, την τόλμη τους.

Το φανταστικό, το εξωφρενικό, το παράλογο συνυφαίνεται με το πραγματικό, το καθημερινό, το πολιτικό συνθέτοντας ένα αξεδιάλυτο σπαρταριστό όλον. Μοιραία, συνεπώς, τίθεται το ερώτημα: γιατί οι έλληνες καλλιτέχνες αδυνατούν να αντιμετωπίσουν αυτή την τόσο γοητευτική πρόκληση; Μας αφορά τελικά ο Αριστοφάνης σήμερα; Πόση και τι είδους «παρέμβαση» χρειάζεται για να αναπνεύσει στο 2017;

Όσον αφορά την όψη της παράστασης, εκεί πράγματι προσπεράσαμε την ασφάλεια μόνο και μόνο για να βρεθούμε στη φλυαρία της υπερβολής.

Πέρασα καλοκαίρια ολόκληρα παρακολουθώντας τη μία αποκαρδιωτική απόπειρα μετά την άλλη. Η συντριπτική πλειοψηφία των παραστάσων αναπαρήγαγε αστόχαστα την καθιερωμένη «συνταγή» – μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της παράδοσης του Κουν, παραδομένη στην τυποποίηση, την ευκολία, τη στείρα μίμηση, την επιφανειακή, ευκαιριακή σάτιρα. Μια γερασμένη αντίληψη που πίστευε αφελώς πως εκσυγχρονισμός σημαίνει να κοροϊδεύεις τον εκάστοτε πρωθυπουργό και όποιον άλλο γνωστό πολιτικό ή καλλιτέχνη της στιγμής, προσδίδοντας στον Αριστοφάνη μια χαμηλοτάτου επιπέδου επιθεωρησιακή διάσταση. Η λαϊκότητα στη χειρότερη παραφθορά της.

Ώσπου πέρισι, δύο παραστάσεις κόντεψαν να κάνουν τη διαφορά [δεν συμπεριλαμβάνω εδώ την περίπτωση Γιάννη Κακλέα, ο οποίος έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με το είδος στήνοντας εκκωφαντικά κακόγουστα θεάματα, με έντονα σημάδια λαϊκισμού στην προσέγγισή τους – τα έχω αναπτύξει στο παρελθόν]. Η «Λυσιστράτη» του Μιχαήλ Μαρμαρινού και οι «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου. Ήταν φανερό πως οι ετούτοι οι σκηνοθέτες ήθελαν να το πάνε «αλλού». Να ξανακοιτάξουν τον ταλαίπωρο κωμωδιογράφο, να τον παραδώσουν με φρέσκια ματιά στο ανυπόμονο, κουρασμένο κοινό. Αλίμονο όμως. Απομακρυνθήκαμε από τις ξέρες του παρελθόντος για να πέσουμε πάνω σε νέες, σημερινές. Ο πρώτος κατέφυγε σε έναν faux εστετισμό που τοποθέτησε το αποτριχωμένο «κάλλος» στη θέση του ερωτικού παιχνιδιού. Κυνήγησε τον λυρισμό, τις ωραίες «ατμόσφαιρες», τα διάφανα πέπλα, το «μεταμοντέρνο» χιούμορ: με λίγα λόγια, την ωραία εικόνα, το εγκεφαλικό προϊόν χωρίς κωμική ψυχή.

Ο δεύτερος επέλεξε την κατεύθυνση της «παρέας»: μας κάλεσε να δούμε πώς φαντασιώνεται τη ζωή με τους φίλους του, να χορεύουν ανέμελοι και μονοιασμένοι στο φεγγαρόφως ή να πετάνε τούρτες ο ένας στον άλλο, αψηφώντας εκκωφαντικά την πολιτική διάσταση του έργου, τις σκοτεινές δυνάμεις του – λες και με τη χρηση ισχυρών παραισθησιογόνων μπορεί ο εφιάλτης να μετατραπεί σε πάρτι.

Και οι δύο ξέφυγαν, πράγματι, από το παρελθόν που κληρονόμησαν: αλλά με ποιό τίμημα; με πόση ουσιαστική κατανόηση του αριστοφανικού πνεύματος; Ερχόμαστε τώρα στην πλέον πρόσφατη πρόταση που κατατέθηκε στο θέατρο της Επιδαύρου, την «Ειρήνη» του Εθνικού Θεάτρου. Υπήρξε κι εδώ ένα φαινομενικά μοντέρνο «κουκούλι», από το οποίο όμως δεν αναδύθηκε καμία πεταλούδα. Η περιέργεια κινητοποίησε πολύ κόσμο ως προς το πρόσωπο του Τζίμη Πανούση: ο γνωστός για την αθυροστομία του καλλιτέχνης κρίθηκε ταιριαστή επιλογή για να υποδυθεί τον δαιμόνιο Τρυγαίο, κεντρικό ήρωα του έργου. Δυστυχώς, ο Πανούσης αποδείχθηκε ιδιαίτερα εγκρατής: ευδιάθετος αλλά χωρίς ορμή, λεκτική η συναισθηματική. Η σάτιρά του ανώδυνη, τα αστεία του μέτρια ή αδιάφορα, το εύρος της φαντασίας εμφανώς περιορισμένο. Ούτε προκάλεσε, ούτε ξάφνιασε, ούτε μετέδωσε το μεθυστικό άρωμα της κωμικής αναρχίας του Αριστοφάνη.

Τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου στάθηκαν εντυπωσιακά και διέθεταν τουλάχιστον μια υφολογική και χρωματική συνοχή. Γλίστρησαν, όμως, στην παγίδα ενός περίσσιου μαξιμαλισμού – πολλά υφάσματα στο σώμα, γάζες στο κεφάλι, χαρτιά τουαλέτας, βενετσιάνικες μάσκες και γενικώς μια αίσθηση που έπνιγε τους ηθοποιούς, τους φάσκιωνε, και κάθε άλλο παρά απελευθέρωνε την κίνησή τους.

Η αίσθηση της χλιαρής μετριότητας, που κρατάει μια μέση, ασφαλή οδό χωρίς ποτέ να σπινθηροβολεί και να εκρήγνυται ήταν διάχυτη. Στη μουσική του Νίκου Κυπουργού, που γέμισε το θέατρο με συμπαθείς, οικείες, συναισθηματικές μελωδίες, ραντίζοντάς τες με αναφορές στον Χατζιδάκι, τον Μότσαρτ, τον Βάγκνερ αλλά και σε πιο ταπεινά είδη. Στιγμές που θυμόμασταν την «Μελωδία της Ευτυχίας» της Τζούλι Άντριους (όταν έβγαιναν οι κόρες του Τρυγαίου) και άλλες στιγμές που ξεπρόβαλε η «Επίσημη αγαπημένη» του Μπιθικώτση. Μια μουσική που οδηγούσε αναπόφευκτα στον κορεσμό, όχι μόνον επειδή στερούνταν νεύρου και πρωτότυπου χαρακτήρα, αλλά επειδή δεν έλεγε να τελειώσει – νόμιζε κανείς πως έκανε τρεις φορές φινάλε. Ανάταση δεν αισθανθήκαμε ούτε με το λιμπρέτο του νεαρού και αξιόλογου Δημοσθένη Παπαμάρκου: ο συγγραφέας κατέβαλε φιλότιμη προσπάθεια να αποφύγει τις συνήθεις χοντροκοπιές, δεν κατάφερε όμως να αντιτάξει ένα δικό του στυλ, μια γραφή με καθαρό στίγμα και φρέσκια ματιά. Ο λόγος του δεν ενοχλούσε αλλά ούτε και σαγήνευε.

Όσον αφορά τώρα την όψη της παράστασης, εκεί πράγματι προσπεράσαμε την ασφάλεια μόνο και μόνο για να βρεθούμε στη φλυαρία της υπερβολής. Η ιδέα μιας γυμνής ορχήστρας που «γεμίζει» με τη βοήθεια της τεχνολογίας στέκεται ενδιαφέρουσα στη θεωρία. Στην πράξη, η εικονική σκηνογραφία του Στάθη Μήτσιου μας παρουσίασε ένα συνονθύλευμα από εικόνες και γραφικά, τον χάρτη της υδρογείου, τα σύμβολα του ευρώ, φλόγες που χορεύουν, γλάρους που πετούν, αιμάτινα «δίχτυα» και άλλα παρεμφερή, ασύνδετα αισθητικά μεταξύ τους θέματα.

Τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου στάθηκαν εντυπωσιακά και διέθεταν τουλάχιστον μια υφολογική και χρωματική συνοχή. Γλίστρησαν, όμως, στην παγίδα ενός περίσσιου μαξιμαλισμού – πολλά υφάσματα στο σώμα, γάζες στο κεφάλι, χαρτιά τουαλέτας, βενετσιάνικες μάσκες και γενικώς μια αίσθηση που έπνιγε τους ηθοποιούς, τους φάσκιωνε, και κάθε άλλο παρά απελευθέρωνε την κίνησή τους. Ο Χορός αμήχανος, ξεκούρδιστος, χωρίς αυτοπεποίθηση. Κι ο σκηνοθέτης έμοιαζε να τον κατάπιε η προσπάθεια συντονισμού όλων αυτών των παραμέτρων.

Οι καλύτερες στιγμές προέκυψαν όταν η ορχήστρα βυθίστηκε στο σκοτάδι και βλέπαμε μόνο τα φωτάκια των μουσικών της Καμεράτας. Από εκεί και πέρα το χάος: το έργο έμεινε θαμμένο και ακατανόητο κάτω από στοίβες παρδαλών εφέ («Γιουροβίζιον» τα χαρακτήρισε ο πρωταγωνιστής), άνοστων αστείων («Κύναιδος κανείς; Ντίνγκι ντάνγκας;» «Πουστάρα εννοεί!») και συνθημάτων («Έξω το 'δα' από τα Μουδανιά», «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Λε-λε-λευτεριά για την Ειρήνη»), σιδερωμένης, γενικόλογης σάτιρας, («ενός λεπτού σιγή στη μνήμη όλων μας που έχουμε πεθάνει και νομίζουμε πως είμαστε ακόμη ζωντανοί») και ανέμπνευστων ερμηνειών.

Επανέρχομαι, κλείνοντας, στο ερώτημα: γιατί ένας λαός που έχει στο DNA του την κωμωδία, το τραγούδι, την ποίηση, δεν μπορεί να ξεκλειδώσει τον «δικό του» Αριστοφάνη; Η απάντηση σίγουρα δεν είναι απλή και προφανώς χρειάζεται ένας συνδυασμός δυνάμεων – θεσμικών και εκπαιδευτικών – που θα αναλάβει πρωτοβουλίες για να ενισχύσει την έρευνα και την πρακτική, τον εγχώριο και τον παγκόσμιο διάλογο γύρω από το τεράστιο αυτό κεφάλαιο της πολιτισμικής κληρονομιάς μας. Σε πρώτο επίπεδο, ας μελετήσουμε τα λάθη μας, ας αναλογιστούμε σοβαρά γιατί μας αφορούν τα έργα αυτά, τι και πώς θέλουμε να το πούμε, και ας μην αναλωνόμαστε σε πρόσκαιρα φαντεζί υπερθεάματα, πυροτεχνήματα που σκάνε αυτάρεσκα και χάνονται χωρίς να δυναμιτίζουν τη σκέψη μας. Ας αναζητήσουμε τη «δύσκολη» λύση, γι' αλλαγή, όχι τα καλαμπούρια και το εύκολο γέλιο. Ας επιχειρήσουμε το αδύνατο, ακόμη κι αν χρειαστεί να πέσουμε πολλές φορές από το σκαθάρι μας.

το έργο έμεινε θαμμένο και ακατανόητο κάτω από στοίβες παρδαλών εφέ, άνοστων αστείων και συνθημάτων, σιδερωμένης, γενικόλογης σάτιρας και ανέμπνευστων ερμηνειών.

Ιnfo:

Eιρήνη του Αριστοφάνη

Διάρκεια παράστασης: 90'

Η παράσταση βρίσκεται σε περιοδεία έως τις 17/9

Συντελεστές παράστασης

Νίκος Κυπουργός: Μουσική - Ενορχήστρωση

Γιώργος Πέτρου: Μουσική διεύθυνση

Δημοσθένης Παπαμάρκος: Λιμπρέτο

Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης: Σκηνοθεσία

Σεσίλ Μικρούτσικου: Χορογραφία

Στάθης Μήτσιος: Εικονική σκηνογραφία - 3D Projection mapping

Αλέκος Αναστασίου: Φωτισμοί

Ελένη Μανωλοπούλου: Κοστούμια

Θοδωρής Κοτεπάνος: Βοηθός Ενορχηστρωτή

Νίκος Λαάρης: Βοηθός μουσικού διευθυντή & μουσική διδασκαλία

Μαριάνθη Γραμματικού: Βοηθός σκηνοθέτη

Έρι Κύργια: Δραματολόγος παράστασης

Διανομή ρόλων

Τζίμης Πανούσης: Τρυγαίος

Τάσης Χριστογιαννόπουλος: Ερμής

Ειρήνη Καράγιαννη (μέτζο σοπράνο): Ειρήνη

Αιμιλιανός Σταματάκης: Πόλεμος - Χορός

Ασημίνα Αναστασοπούλου: Χορός

Θωμάς Βελισσάρης: Χορός - Οπλοπώλης

Δημήτρης Γεωργιάδης: Χορός - Παις Κλεωνύμου

Γιάννης Δενδρινός: Χορός - Δρεπανοπώλης

Βάσια Ζαχαροπούλου: Χορός - Κόρη Α

Ευαγγελία Καρακατσάνη: Χορός - Τροφός

Νίκος Καρδώνης: Χορός - Δούλος

Γιασεμί Κηλαηδόνη: Χορός

Γιάννης Κλίνης: Χορός - Ιεροκλής

Ελίτα Κουνάδη: Χορός - Κόρη Β

Ηλίας Κουνέλας: Χορός - Παις Λαμάχου

Ελένη Μπούκλη: Χορός - Οπώρα

Μαρία Νίκα: Χορός

Γιάννης Σελητσανιώτης: Χορός - Κυδοιμός

Βασιλική Τρουφάκου: Χορός - Θεωρία

Αντιγόνη Φρυδά: Χορός

 

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και Δραματολογία και Κριτική Θεάτρου στο Yale University των ΗΠΑ. Από το 1998 εργάζεται στην εφημερίδα Το Βήμα ως κριτικός θεάτρου.

Share in Facebook
Tweet it!