21 | 10 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

Ο ΣΕΞΠΙΡ ΩΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΦΟΡΜΗ

Όσοι πιστοί -στον Σέξπιρ- προσέλθετε… Η περσινή παγκόσμια επέτειος για τα 400 χρόνια από τον θάνατο του Άγγλου τροβαδούρου έφερε μεταξύ πολλών άλλων και μια «αληθινά καλή ιδέα» στον χώρο των αγγλικών εκδόσεων - κι είναι γεγονός ότι ο Σέξπιρ υπήρξε πάντα η αφορμή για μερικές τέτοιες «καλές ιδέες» στον χώρο του βιβλίου εν γένει.

Ο ιστορικός λοιπόν οίκος «Hogarth» -παιδί της προσπάθειας της Βιρτζίνια Γουλφ να δημιουργήσει μια λογοτεχνική συντροφιά με σταθερό σημείο αναφοράς-, ανανεωμένος τώρα, επανέρχεται ως Hogarth Shakespeare Project και σε σύμπραξη με τον Penguin συγκεντρώνει μια εξίσου «καλή» διαπλανητική παρέα γύρω από τον σεξπιρικό κανόνα.

Γρηγόρης Ιωαννίδης - efsyn.gr - 29/04/2107

Πιο συγκεκριμένα, προσκαλεί μερικές από τις καλύτερες γραφές της εποχής μας -αγγλόφωνες- να επιλέξουν ένα από τα μικρά ή μεγαλύτερα, τα λιγότερο ή περισσότερο διάσημα θεατρικά του και να δημιουργήσουν από αυτά ένα παλίμψηστο, ένα μυθιστόρημα αρκετά διαφανές, ώστε να φαίνεται στον πάτο ο σεξπιρικός βυθός, και αρκετά προσωπικό, ώστε να θεωρηθεί κάτι περισσότερο από τυπική «διασκευή».

Το νόημα της προσπάθειας δεν είναι βέβαια από μόνο του πρωτότυπο – η λίστα με τις λογοτεχνικές παραγωγές που ζυμώθηκαν με σεξπιρική μαγιά είναι μεγάλη, ακόμα μεγαλύτερη αν προσμετρηθούν σε αυτήν και τα κρυπτοδάνεια, οι αδιόρατες σχέσεις κι οι ασυνείδητες συνδηλώσεις: από μια άποψη, η παγκόσμια λογοτεχνία από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν μπορεί να θεωρηθεί απότοκο της σεξπιρικής ευγονίας.

Εδώ όμως μιλούμε πριν από όλα για ένα παιχνίδι ή για στοίχημα: Οι συγγραφείς ξεκινούν να μεταγράφουν το εκάστοτε θεατρικό στη δική τους φόρμα, στο ύφος τους και σύμφωνα με τη δική τους, βέβαια, έμπνευση. Το πράγμα -θα το κατάλαβαν ασφαλώς και οι ίδιοι κάποια στιγμή- καταλήγει σε έναν αληθινό «αγώνα», όπου οι συναθλητές σου είναι μερικοί από τους δυνατότερους στον χώρο και ο στίβος και κριτής ο ίδιος ο Σέξπιρ.

Jeanette Winterson

«To χάσμα του χρόνου»

Μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά

Μεταίχμιο, 2016

Σελ. 384

Πολύ γρήγορα, με την άμεση απόκριση των εκδόσεων Μεταίχμιο, ο «αγώνας» μεταφέρθηκε στα δικά μας γράμματα. Συνεχίστηκε στο μεταφραστικό στάδιο: τα πρώτα τρία από τα αγγλόφωνα βιβλία μεταφέρθηκαν στα ελληνικά από μερικούς από τους καταλληλότερους για τη δουλειά επιμελητές:

Το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» ενέπνευσε πρώτο την Jeanette Winterson για ένα μυθιστόρημα με τίτλο το «Χάσμα του χρόνου», το οποία στα ελληνικά μεταφράστηκε και σχολιάστηκε από τη Μυρσίνη Γκανά. Ακολούθησε ο «Εμπορος της Βενετίας», με τον τίτλο «Το όνομά μου είναι Σάιλοκ», από τον Howard Jacobson∙ μεταφράστηκε και σχολιάστηκε από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο.

Και προς το παρόν η λίστα με τους τίτλους ολοκληρώνεται με το «Ημέρωμα της στρίγκλας», την οποία αναλαμβάνει η Αμερικανίδα συγγραφέας Anne Tyler, την τιτλοφορεί «Το Ξιδοκόριτσο» και την παραδίδει στην ελληνική μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.

Howard Jacobson

«To όνομά μου είναι Σάιλοκ»

Μετάφραση: Νίκος Παναγιωτόπουλος

Μεταίχμιο, 2016

Σελ. 384

Όπως γίνεται αμέσως φανερό, η ακολουθία των έργων που διασκευάζονται δεν συνάδει με τη χρονολόγηση των πρωτότυπων ούτε με τη «βαρύτητά» τους - το πράγμα ακολουθεί μια διαφορετική εκδοτική πολιτική:

διόλου συμπτωματικά και τα τρία έργα ανήκουν στον χώρο του παραμυθοδράματος, φέρουν σχετικά ανάλαφρες υποθέσεις και λειτουργούν ίσως σε αναμονή του βαρέος πυροβολικού που καταφτάνει σε λίγο από το σεξπιρικό τραγικό οπλοστάσιο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι από μόνα τους μικρότερης σημασίας ή πως το έργο των συγγραφέων τους γίνεται γι’ αυτό ελαφρύτερο. Ας πάρουμε για παράδειγμα το πρώτο στη σειρά έκδοσης, το «Χάσμα του χρόνου», της Winterson.

Ορθά παρατήρησαν οι συμπατριώτες της ότι σε αυτήν την περίπτωση το βάρος της ευθύνης για την έμπειρη Βρετανίδα συγγραφέα μοιάζει τριπλό: Κατ' αρχήν έχει να μεταφέρει ένα διόλου δημοφιλές έργο, όπως είναι το «Χειμωνιάτικο παραμύθι», το οποίο σπάνια παίζεται στη σκηνή.

Πρόκειται για ένα ελεύθερο από κάθε δραματουργική σύμβαση παραμύθι, ένα σκηνικό πυροτέχνημα, μια θεατρική πανδαισία που κινδυνεύει να χαρακτηριστεί -κι έχει ήδη- σαν ένα από τα πιο αδύναμα έργα του ελισαβετιανού συγγραφέα.

Έπειτα η Winterson έχει την ευθύνη της «πρώτης εντύπωσης» κι όσο να πει κανείς, από την επιτυχία της κρίνονται πολλά…. Έχει τέλος -κι ας μην το υποτιμούμε διόλου-, σαν πρώτη που είναι, να αντιμετωπίσει το βάρος της σύγκρισης και μάλιστα όχι σε σχέση με τις προσπάθειες των υπολοίπων αλλά κατευθείαν με το πρωτότυπο, κάτω από την πελώρια υπογραφή του φόλιο.

Όπως είναι γνωστό, στο αρχέτυπο θεατρικό παραμύθι του Σέξπιρ μια αρμονία καταστρέφεται λόγω της παρανοϊκής ζήλιας ενός βασιλιά και της δυσπιστίας του για την τιμιότητα της γυναίκας του. Και έπειτα, στο τέλος, μια άλλη, νέα αρμονία εγκαθίσταται ξανά, μετά από περιπέτειες των προσώπων του έργου και προς χάριν της τέχνης. Βρισκόμαστε επομένως σε έναν άλλον χώρο, εκεί όπου όλα μπορούν να συμβούν, τα αγάλματα να ζωντανέψουν κι η αγάπη είναι ο νόμος. Το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» δίνει μια διέξοδο από την ατέλεια του κόσμου μέσω μιας πολύ απλής και σχεδόν παιδικής σύμβασης: πως στο τέλος νικάει το καλό και μάλιστα από όσους δρόμους κι αν φτάσει...

Με αυτό το βιβλίο έχει να τα βάλει η Winterson. Καταφεύγει λοιπόν στη μεταφορά της υπόθεσης στο σήμερα, βάζει τους ανθρώπους του να κινούνται στον πλούτο και την εξουσία, τους δίνει κίνητρα και λόγια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «σύγχρονα».

Αρκετές φορές το περιβάλλον του βιβλίου της θα μπορούσε να παραπέμπει σε καθημερινή σαπουνόπερα -μήπως όμως δεν είναι κι αυτό ένα περιβάλλον «παραμυθιού»;-, εντούτοις στη Winterson το μαγικό στοιχείο παρεμβαίνει λυτρωτικά με δύο τρόπους: μέσα από την περιγραφή ονειρικών ψηφιακών παιχνιδιών (αυτή είναι η δουλειά του Λεόντιου), και -πειστικότερα, κατά τη γνώμη μου- με την πρόταξη της μεταφοράς Αγγέλων, που εγκλωβίζονται στις ανθρώπινες πόλεις και θυσιάζονται σε αυτές για τους ανθρώπους.

Το κυριότερο όπλο της Winterson είναι η γραφή της: πολυπρισματική, πολυεπίπεδη, εύπλαστη και μαζί διαφανής, διατρέχει αδιάκοπα τη διαδρομή από τη βικτωριανή λογοτεχνία μέχρι σήμερα, αλλάζοντας συνεχώς αφηγηματικό πρόσωπο, ύφος και στόχο. Το όλον έτσι μοιάζει σαν προσωπική απάντηση της συγγραφέως στο ερώτημα (ή στα ερωτήματα) που θέτει το έργο: Μπορεί να ανακτηθεί το παρελθόν; Μπορούμε να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας μέσα του; Μπορούμε να τον αλλάξουμε; Γιατί κατά τη γνώμη της εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του «Χειμωνιάτικου παραμυθιού»: Σε ένα παρελθόν που επιμένει να ζει στο παρόν και να το διαμορφώνει.

Η Winterson ακολουθεί το έργο και την ίδια στιγμή το μελετάει σαν κάποιος (εντυπωσιασμένος) μελετητής. Γι’ αυτό, μέρος του βιβλίου αποτελούν ο δικός της πρόλογος (διευκρινιστικός όσο και εισαγωγικός στο πρωτότυπο), καθώς και ο επίσης δικός της κριτικός επίλογος στο τέλος.

Το παραμύθι είναι αναγκασμένο να ερμηνευτεί μέσω της ψυχανάλυσης, να αποδομηθεί, να «διερευνηθεί». Η Winterson δεν εξαιρείται από τον κανόνα. Και γι’ αυτό το βιβλίο της μπορεί να διαβαστεί ακόμη σαν ένας θρήνος για τη χαμένη αθωότητα του σεξπιρικού κόσμου.

Το δεύτερο βιβλίο της σειράς είναι περισσότερο απαιτητικό. Ο Howard Jacobson έχει πίσω του ήδη μια αξιόλογη κατάθεση στη βρετανική λογοτεχνία, με βασικό κέντρο την εβραϊκή ταυτότητα, ώστε η επιλογή του για τη μεταφορά του «Εμπόρου της Βενετίας» να μοιάζει σχεδόν προαποφασισμένη. Ο Βρετανός συγγραφέας διαθέτει ακριβώς εκείνο το μείγμα ευφυϊσμού και κυνισμού που έκανε κάποτε το αγγλικό χιούμορ κορυφαίο παράγοντα της βρετανικής ιδιοσυγκρασίας. Εφαρμόζει τώρα, στην περίπτωση του Σάιλοκ, το ίδιο μείγμα.

Οπως και στην περίπτωση της Winterson, το θεατρικό έργο δεν εξαφανίζεται κάτω από το χαλί της μεταγραφής, αντίθετα, μένει ζωντανό και συνομιλεί με το νέο έργο καθ’ όλη τη διάρκειά του. Το ύφος είναι πυκνό, κατά σημεία δύστροπο (η βάσανος του μεταφραστή) και η γλώσσα γεμάτη με λογοπαίγνια και ευφυϊσμούς, ουαλντικά παράδοξα, μαζί με μπόλικο βέβαια γουντιαλενικό αυτοσαρκασμό. Είναι κατά τα φαινόμενα ένα «ευθυμογράφημα», έστω κι αν στην πορεία εκτρέπεται σε βαθύτερες πτυχώσεις του νοήματος.

Ωστόσο ο Jacobson έχει φανερά να αντιμετωπίσει μια επιπλέον δυσκολία – συγκεκριμένα τον πρώτο εκείνο βαθμό της ωμής, παραμυθικής βίας που δίνει στο αρχέτυπο τη γνωστή εφιαλτική υφή του. Η ιδέα μιας λίβρας κρέατος που ζητείται ως τοκοχρεολύσιο είναι από μόνη της τόσο μοναδικά αποκρουστική ώστε χωρίς αυτήν το έργο να χάνει κάτι από τη δύναμή του. Στα σύγχρονα συμφραζόμενα, όπου ο Jacobson μεταφέρει με τη σειρά του την υπόθεση του «Εβραίου», κάτι τέτοιο θα ήταν όχι μόνο άγριο, αλλά και ώς έναν βαθμό αποπροσανατολιστικό.

Εδώ, το κύριο θέμα δεν είναι τόσο ο τύπος του Εβραίου «από τα έξω», αλλά η αφήγηση της ιστορίας σε πρώτο πρόσωπο, η ενδοσκόπηση στην ταυτότητα ενός που οδηγείται στην περιθωριοποίηση (με ευθύνη και του ιδίου), στην απομόνωση (φυλετική αλλά και ατομική) και, τελικά, σε μια μηχανιστική, απρόσωπη, αήθη και αχαρακτήριστη πράξη εκδίκησης. Η μια λίβρα κρέατος μπορεί, τέλος πάντων, να υποκατασταθεί με μια απλή περιτομή…

Ο Jacobson ασφαλώς και δεν θεωρεί πως το έργο μπορεί να στηριχθεί μόνο σε μια πράξη εκδίκησης - επικαλείται επομένως τα συγγραφικά δικαιώματα για να καταγράψει στη θέση της μια «διαδρομή» του Σάιλοκ.

Το χιούμορ που είπαμε στην αρχή συνεχίζει μέχρι τέλους, όπως είναι φυσικό όμως από κάποια στιγμή γίνεται αληθινά κατάμαυρο. Κι ο αντισημιτισμός (που στο πρωτότυπο ξεχειλίζει…) εμφανίζεται όχι με το τι κάνει ο Σάιλοκ αλλά στην εικόνα που οι άλλοι έχουν γι’ αυτόν, ένα στερεότυπο που κι ο ίδιος γνωρίζει κι από ένα σημείο και μετά συνειδητά (ή εκδικητικά) ακολουθεί.

Το τρίτο -και προς το παρόν τελευταίο- βιβλίο της σειράς καταπιάνεται με τον πλέον ευχάριστο μύθο της «Στρίγκλας που έγινε αρνάκι», περίφραση που στα χέρια της Αμερικανίδας Anne Tyler συντομεύει σε «Ξιδοκόριτσο». Είναι από τα τρία βιβλία το πλέον ευκολοδιάβαστο και έως παρεξηγήσεως ανάλαφρο.

Anne Tyler

«To Ξιδοκόριτσο»

Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ

Μεταίχμιο, 2016

Σελ. 272

Σύμφωνοι∙ κανείς δεν έχει βάλει τη «Στρίγκλα» στη θέση που κρατάει για τα βαρύτερα, σκυθρωπότερα αριστουργήματα του Σέξπιρ. Με αυτό το έργο πάντως ξεκινά μια ολόκληρη σειρά «κομεντί» που σχετίζονται με την τριβή αταίριαστων ζευγαριών και την ευτυχή κατάληξη της ανομολόγητης μεταξύ τους χημείας. Το έργο τελειώνει με ένα περίφημο χάπι-εντ, τέτοιας κλίμακας και ευφορίας ώστε να αφήνει παρακαταθήκη σε όλους τους ομόκεντρους λογοτεχνικούς (και παραλογοτεχνικούς) κύκλους του μέλλοντος.

Αν το μέγα θέμα του Jacobson ήταν το πρόσωπο του Εβραίου, το θέμα της Tyler έχει να κάνει με το πρόσωπο μιας πολύ αλλιώτικης γυναίκας που τίθεται εκτός κανόνα και κανόνων. Έχει ακόμη να κάνει και με ακόμη ένα πρόβλημα: τη μεταγραφή του καθαρά μισογυνικού μηχανισμού παραγωγής νοήματος στο έργο (ας μην παραλείπουμε την ενοχλητική στα σημερινά αυτιά παραίνεση προς τις ατίθασες γυναίκες με την οποία κλείνει το πρωτότυπο) στα σύγχρονα μεταφεμινιστικά δεδομένα.

Η Tyler επιλέγει να ακολουθήσει (και αυτή) τη συνθήκη μεταφοράς της υπόθεσης στο «σήμερα». Θέλει να αφηγηθεί μια παρόμοια ιστορία ανάμεσα σε δύο αδελφές, μία καθόλα «συσταζούμενη» και μια άλλη, ανάποδη - και να δει τι απέγιναν.

Σαν παιδί του Ιψεν επιλέγει να δείξει ότι ο γάμος δεν είναι το τέλος ενός «πείσματος», αλλά ένα στοίχημα ενηλίκων, που θα αποδείξουν ότι κατέκτησαν την καρδιά του άλλου μαζί με το προνόμιο της ισότιμης, ειλικρινούς και τίμιας συμβίωσης μαζί του. Όπως είναι λογικό, η γυναίκα που έχει διεκδικήσει εξαρχής το δικαίωμα στην παρρησία και την ίση μεταχείριση προσέρχεται σε έναν γάμο με περισσότερα εφόδια - και διεκδικεί με αυτά μια αληθινά ευτυχισμένη ζωή.

Η σιωπηρή παραίνεση επομένως με την οποία κλείνει το βιβλίο της η Tyler δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολύ διαφορετική από εκείνη με την οποία οι ίδιος ο Σέξπιρ έκλεισε κάποτε τη «Στρίγκλα» του, το 1590. Το ζήτημα εδώ δεν είναι πια η υποταγή, αλλά η βαθιά συμφιλίωση με τον εαυτό μας και τον άλλον.

Πολύ ωραία συλλογή βιβλίων, σε καλαίσθητη έκδοση και υποδειγματική μεταφραστική κάλυψη από το Μεταίχμιο. Κανείς δεν διεκδικεί βέβαια για λογαριασμό του την απόδοση του Σέξπιρ - μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.

Από μια άποψη, ο Σέξπιρ είναι που σαν αληθινός κλασικός ερμηνεύει όσους κάθε φορά και σε κάθε εποχή τον «ερμηνεύουν». Η ζωντανή παρουσία του 400 χρόνια μετά τον θάνατό του δείχνει πως το έργο του αναμφίβολα θα διαρκέσει και για άλλα τουλάχιστον 400 χρόνια...

Share in Facebook
Tweet it!