22 | 10 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ «ΤΟ ΚΟΥΚΛΟΣΠΙΤΟ ΤΗΣ PETRONELLA OORTMAN» ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΕΣ ΜΙΝΙΑΤΟΥΡΕΣ.

Μπορεί να μη βρεθεί κάποιος για να εκθειάσει αυτά τα βίντεο ως τελειοθηρικά τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά πετυχαίνουν τον σκοπό τους στο έπακρο.

Στο Μουσείο Μπενάκη

Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή εκθέματα του Rijksmuseum στο Άμστερνταμ. Οι επισκέπτες περιμένουν ώρα στην ουρά για να ανέβουν τη μικρή σκάλα που επιτρέπει να παρατηρήσει κάποιος καλύτερα αυτό το κουκλόσπιτο του 17ου αι., που είναι σαν δίφυλλη ντουλάπα, καθ' ότι μόλις ξεπερνά σε ύψος τα 2,5 μέτρα. Εκτίθεται σε μια αίθουσα όπου υπάρχουν κι άλλα κουκλόσπιτα, αλλά αυτό της Petronella Oortman είναι το αδιαμφισβήτητα πιο θαυμαστό, το «ενεργοποιημένο» από τη μυστηριώδη αγάπη που το έφτιαξε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ - LiFO.gr - 25/02/2017

Την εποχή εκείνη, που ήταν ο «χρυσός αιώνας» της Ολλανδίας (αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης), ένα από τα βασικότερα σύμβολα υψηλής κοινωνικής θέσης και πλούτου ήταν τα «cabinets de curiosités» για τους άνδρες και τα κουκλόσπιτα για τις γυναίκες. Στα μεν πρώτα (στην περίπτωση που ήταν πράγματι ντουλάπια-βιτρίνες και όχι ολόκληρα δωμάτια) οι κύριοι τοποθετούσαν παράξενα είδη μικρού μεγέθους, τα οποία θεωρούσαν ελκυστικά, είτε λόγω της σπανιότητας, της ομορφιάς ή του εντυπωσιακού μηχανισμού τους, είτε επειδή συνδύαζαν κάποια από τα προηγούμενα χαρακτηριστικά. Ήταν αντικείμενα που συνέλεγε ένα βλέμμα εξωστρεφές. Κι όσο πιο εξωστρεφές γινόταν, τόσο πιο περίεργα αντικείμενα ανακάλυπτε για τη «λαφυροθήκη» του και ως εκ τούτου, τόσο μεγαλύτερο θαυμασμό και κύρος κέρδιζε από όσους καλούνταν να τα δουν. Αντίθετα, τα κουκλόσπιτα των κυριών, οι οποίες παράγγελναν σε μινιατουρίστες αντίγραφα επίπλων και λοιπών ειδών οικιακής χρήσης, ήταν το αποτέλεσμα των επιλογών ενός εσωστρεφούς βλέμματος που με τις επιλογές του επιδείκνυε, αποζητώντας τα εύσημα, τη χαριτωμένη εξιδανίκευση του πραγματικού, περιορισμένου (και περιοριστικού) χώρου, στον οποίο ζούσε και την «υποταγή» του σε αυτόν. Έτσι, τα δύο αυτά είδη ντουλαπιών είναι σημαντικοί «δείκτες» των τότε κοινωνικών αντιλήψεων για τη διαφορά και την ιεράρχηση των φύλων, αλλά και των στερεοτύπων περί αρετής, με τον άνδρα να οφείλει να αποδεικνύεται γενναίος, τροπαιοφόρος κατακτητής, ενώ τη γυναίκα να οφείλει να μένει στο σπίτι, με το σώμα και το μυαλό της εκεί, παντοτινά σεμνή και τακτική νοικοκυρά.

Το κουκλόσπιτο της Petronella Oortman όμως (όπως και οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζεται από μερακλίδικη υπερβολή) μας εξωθεί να αναρωτηθούμε για ζητήματα πέρα από το ίδιο το αντικείμενο. Πρώτ' από όλα, για την «πηνελόπεια» διάρκεια της εμμονής της. Η Petronella Oortman ασχολούνταν με την τελειοποίηση του κουκλόσπιτού της επί 24 ολόκληρα χρόνια (1686-1710). Λέγεται επίσης ότι της κόστισε όσο θα κόστιζε και ένα όμοιο, πραγματικό σπίτι στο πιο ακριβό κανάλι του Άμστερνταμ. Ποια απόλαυση την έσπρωχνε, άραγε, να δαπανά τόσο χρόνο και χρήμα; Είναι πιθανό να αντιλαμβανόταν το κουκλόσπιτο ως ένα υποκατάστατο του πραγματικού σπιτιού της, χάρη στο οποίο ένιωθε να ικανοποιείται μια δική της ελεγκτική μανία. «Αγάπη μου, συρρίκνωσα το τριώροφό μας για να μπορέσω να το κυριεύσω» πιθανόν να ήταν η εξήγηση που έδινε στον σύζυγό της, αν ποτέ εκείνος αναρωτιόταν για την εμμονή της με αυτό. Χάρη στην όμορφη μακέτα, ίσως να επαληθευόταν μέσα της ότι εκείνη γίνεται το μάτι του Θεού μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Κι ακόμα χειρότερα, παρατηρώντας την κλούβα του γάμου της από τόσο κοντά, ίσως να μη διέκρινε ποτέ σημάδι παρακμής ή αλλοιώσεως πάνω της. Στο κουκλόσπιτο παρέμενε άτρωτη ως ήρωας κινουμένων σχεδίων που ανακτά στη στιγμή την κανονική μορφή του, όσες σφυριές κι αν τον έχουν κάνει προηγουμένως χαλκομανία. Στη συγκεκριμένη εκδοχή φαίνεται να βαραίνει περισσότερο μια άρνηση της πραγματικότητας. Κι αυτή η άρνηση θα ήταν το δεκανίκι που στήριζε την Petronella για να αντέχει να πορεύεται στη ζωή. Ή, αντιστρόφως, μπορεί να αντιλαμβανόταν το κουκλόσπιτό της ως ένα καταφύγιο ανάπαυσης για το βλέμμα της, το οποίο, επειδή δεν αρνιόταν τα σημάδια της φθοράς που η πραγματικότητα προκαλούσε σε όλα τα εμπράγματα και συναισθηματικά, αποτραβιόταν εκεί προκειμένου να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Σε κάθε περίπτωση, η σμίκρυνση της κλίμακας του πραγματικού σπιτιού στην κλίμακα του κουκλόσπιτου φαίνεται πως ήταν το «εύρημα» που στήριζε και συντηρούσε την πραγματικότητα της Petronella Oortman.

Το εύρημά της είναι η αντιστροφή της «σμίκρυνσης»: μικραίνει την εικόνα του εαυτού της και έτσι τη χωρά μέσα στο δικό της «κουκλόσπιτο», ερχόμενη αντιμέτωπη με τις γιγαντιαίες πλέον διαστάσεις που αποκτούν οι μινιατούρες της.

Σε αυτό η Κατερίνα Ζαχαροπούλου απαντά με ένα εύρημα επίσης. Και το κάνει, υποδυόμενη στα βίντεό της μια γυναίκα που, όπως η Petronella Oortman, επιθεωρεί τη ζωή της, ανακατασκευάζοντας το περιβάλλον της σε κουκλόσπιτο. Το εύρημά της είναι η αντιστροφή της «σμίκρυνσης»: μικραίνει την εικόνα του εαυτού της και έτσι τη χωρά μέσα στο δικό της «κουκλόσπιτο», ερχόμενη αντιμέτωπη με τις γιγαντιαίες πλέον διαστάσεις που αποκτούν οι μινιατούρες της. Πατώντας σε αυτή την ιδέα, συνθέτει τα 6 από τα 10 βίντεο, με τα οποία ολοκληρώνεται η σπονδυλωτή οπτική αφήγησή της στο Μουσείο Μπενάκη. Ωστόσο, πριν βρεθεί ο επισκέπτης στον «διάδρομο» με αυτά τα έξι βίντεο, βλέπει άλλα τρία εισαγωγικού, ας πούμε, χαρακτήρα. Το πρώτο είναι η προβολή πάνω σε ένα βιβλίο με άδειες σελίδες του γράμματος που η Κατερίνα Ζαχαροπούλου υποτίθεται ότι στέλνει στην Petronella Oortman, καλώντας την να την επισκεφθεί για μερικές μέρες στο κουκλόσπιτό της. Το δεύτερο προβάλλεται πάνω σε ένα όμορφο, παλιό και διάπλατα ανοιχτό δίφυλλο ντουλάπι. Δείχνει έναν ωρολογοποιό στο μαγαζί του, στη Βενετία, αφοσιωμένο στην επισκευή ενός ρολογιού. Και στέκεται εκεί ως ένα συγκινητικό σχόλιο πάνω στην επιθυμία της αποκατάστασης της ροής του χρόνου, όποτε κυριαρχεί η δυσάρεστη υποκειμενική αίσθηση ότι αυτός έχει κάπου σκαλώσει στο παρελθόν. Ήδη οι δύο αυτές προβολές γεννούν την αίσθηση ότι ίσως βρίσκεσαι στο φάσμα της μαγείας ή του παραμυθιού. Σε αυτό συντείνουν το «πεταλούδισμα» των εικόνων πάνω στις παράδοξες αυτές επιφάνειες στις οποίες προβάλλονται, καθώς επίσης και η μουσική που ακούγεται (το πρελούδιο σε Ε-μινόρε Νο 4 του Σοπέν) και συνοδεύει όλη την αφήγηση.

Το τρίτο «εισαγωγικό» βίντεο προβάλλεται στο ταβάνι της αίθουσας και δείχνει την καλλιτέχνιδα να βαδίζει νευρικά μπροστά από τη ζωγραφική παράσταση «Έρως και Ψυχή». Αυτή είναι η πρώτη επαφή του θεατή με το «μοτίβο», το οποίο θα διαπιστώσει στη συνέχεια ότι επαναλαμβάνεται στα περισσότερα από τα βίντεο που ακολουθούν, είτε πρόκειται για τον «Έρωτα και την Ψυχή» που απεικόνισε στον ομώνυμο πίνακά του ο Ιταλός ζωγράφος Placido Fabris (1802-1858) είτε για το περίφημο μαρμάρινο γλυπτό του Antonio Canova (1757-1822). Η παράσταση αυτού του «μοτίβου», σημειώνει στον πολύ κομψό κατάλογο της έκθεσής της η Κατερίνα Ζαχαροπούλου, «συνοδεύει τη γυναίκα (των βίντεό της) ως μοιραία κατάσταση της ζωής».

Στη συνέχεια, ο επισκέπτης μπαίνει πλέον στον διάδρομο με τις έξι προβολές. Εκεί βλέπει την καλλιτέχνιδα ως «μία γυναίκα» σε ένα δωμάτιο να ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ με φωτογραφίες, μετά σε άλλο δωμάτιο του κουκλόσπιτού της να καθαρίζει, πιο 'κει να διαβάζει, μετά να περπατά σκεπτική, αλλού να τρομάζει με έναν δυνατό ήχο ροής νερού κι αλλού ντυμένη νύφη. Στο τέλος τους διαδρόμου, σε σκοτεινό χώρο, προβάλλεται το τελευταίο βίντεο της έκθεσης, το οποίο δείχνει κάτι που μοιάζει με παλιό βενετσιάνικο καθρέφτη, στην επιφάνεια του οποίου εμφανίζεται σαν θολό είδωλο ένα παιδικό πρόσωπο. Δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόκειται για εικόνα φαντάσματος που δεν αντανακλάται στο γυαλί του καθρέφτη παρά αναδύεται στην επιφάνειά του και ξαφνικά αποκτά τα μάτια της γυναίκας των προηγούμενων προβολών.

Το τρίτο «εισαγωγικό» βίντεο προβάλλεται στο ταβάνι της αίθουσας και δείχνει την καλλιτέχνιδα να βαδίζει νευρικά μπροστά από τη ζωγραφική παράσταση «Έρως και Ψυχή».

Μπορεί να μη βρεθεί κάποιος για να εκθειάσει αυτά τα βίντεο ως τελειοθηρικά τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά πετυχαίνουν τον σκοπό τους στο έπακρο. Συντηρούν αυτή την αίσθηση μαγείας και παραμυθιού που γεννούν τα «εισαγωγικά» βίντεο. Προσθέτουν επίσης και μια πιο σκοτεινή διάσταση, η οποία, ενώ δεν επιβάλλεται, είναι σαφώς παρούσα και κυρίαρχη, σαν να κινεί κάποια κρυφά νήματα. Ας πούμε, ότι η σκοτεινή αυτή διάσταση υποβάλλει την ιδέα πως ίσως και να βρίσκεσαι κάπου όπου δεν θα συμφωνούσες να βρίσκεσαι. Για παράδειγμα, έτσι όπως είναι κυρτωμένοι οι τοίχοι στους οποίους γίνονται οι προβολές, μπορεί να βρίσκεσαι σε έναν ενδοτραχηλικό αυλό και να οδηγείσαι προς μια κοιλότητα μήτρας στην οποία βρίσκεται και σε κοιτάζει η παιδική φιγούρα. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν σε εκτροχιάζει από την αφήγηση. Και έτσι παρατηρείς ότι αυτή η «σεκάνς» θέτει όλα τα βασικά ερωτήματα που συνήθως παραμένουν αναπάντητα και βασανιστικά μέσα στη σύμβαση του γάμου. «Η κάθαρση, η ομορφιά, η αγωνία, ο άπιαστος έρωτας, η ζωή μέσα στο Σπίτι εν τέλει, καθιστούν το Κουκλόσπιτο έναν χώρο βασανισμού αλλά και λύτρωσης», λέει η Κατερίνα Ζαχαροπούλου.

Ο μύθος του Έρωτα και της Ψυχής δεν ήταν τόσο διαδεδομένος κατά την κλασική αρχαιότητα, αλλά υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός στους ρωμαϊκούς χρόνους. Τον καταγράφει με κομψότητα και μια υπέροχη αφροδίσια νωχέλεια ο Απουλήιος στο εξαιρετικό μυθιστόρημά του, του 2ου αι. μ.Χ., με τον τίτλο «Ο χρυσός γάιδαρος ή οι μεταμορφώσεις». Εκεί, λοιπόν, παραδίδονται πολλές απαντήσεις, χωρίς περιστροφές: η Ψυχή παντρεύεται τον Έρωτα και από την πολύπαθη αυτή σχέση τους γεννιέται ένα κοριτσάκι, που δεν είναι άλλο από την Ηδονή. Αυτό το στοιχείο μάς προειδοποιεί ότι χωρίς σύζευξη έρωτα και ψυχής δεν προκύπτει ηδονή. Ωστόσο, αυτό δεν είναι παρά το αίσιο τέλος. Μέχρι αυτό να επέλθει, η σχέση περνά από σαράντα κύματα. Κι αυτό γιατί η Ψυχή, που εξαρχής «ανυπομονεί να υποστεί τον ευτυχισμένο γάμο της», παρακούει τον όρο που της θέτει ο Έρωτας. Και αυτός είναι να μη διαλύσει εκείνη το μυστήριο που τυλίγει τη δική του ταυτότητα. Έτσι, επειδή η Ψυχή παραβαίνει τον όρο του, κοντεύει να ξεκάνει εντελώς την ευτυχία τους, η οποία τελικά συγκρατείται, μόνο επειδή ο Έρωτας κάνει τα μαγικά του και βοηθά την κατάσταση. Ήταν, λοιπόν, όλα του γάμου δύσκολα ακόμα και για μια γυναίκα σαν την Ψυχή, που λατρεύτηκε πιο πολύ και από την Αφροδίτη και παντρεύτηκε έναν θεό σαν τον Έρωτα, από τον οποίο αφαίρεσε καθετί το γοητευτικά μαγικό. Αν, λοιπόν, ούτε οι μυθολογικές φιγούρες δεν γλιτώνουν από τις κοινοτοπίες, σε ποια ευκολία και σε ποια ανεμελιά θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει για την έγγαμη ζωή της μια γυναίκα, που έχει μεν την ψυχή της πάντα ταγμένη στον έρωτα αλλά η ίδια βιώνει τον γάμο με έναν κοινό θνητό εξαρχής απογυμνωμένο από κάθε μυστήριο και μαγεία και ως εκ τούτου υποβιβασμένο στην κλάση «μπουρούχα»;

Φυσικά, η Κατερίνα Ζαχαροπούλου, με τα βίντεό της, δεν θέλει να μας οδηγήσει σε αυτά τα πανανθρώπινα αδιέξοδα, παρά στοχεύει στην κατάσταση του εσωτερικού διχασμού που τα συνοδεύει. Τη στιγμή εκείνη που η ψυχή κυριεύεται από ασφυκτικές αντίρροπες δυνάμεις, που είναι πλήρως συνειδητή η παραδοχή της απουσίας και κατά συνέπεια η γυναικεία μοναχικότητα μέσα στη σύμβαση του γάμου, αλλά συγχρόνως η σύμβαση παραμένει στέρεη, χάρη στο οικιακό τοπίο, είτε όπως αυτό υπάρχει στην πραγματικότητα είτε ως μια διαρκής εξιδανίκευση των πρωταρχικών προσδοκιών απ' αυτό, σαν το κουκλόσπιτο της Petronella Oοrtman.

Φυσικά, η Κατερίνα Ζαχαροπούλου, με τα βίντεό της, δεν θέλει να μας οδηγήσει σε αυτά τα πανανθρώπινα αδιέξοδα, παρά στοχεύει στην κατάσταση του εσωτερικού διχασμού που τα συνοδεύει.

Η παραγωγή του έργου ξεκίνησε το 2011 υπό την αιγίδα του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης σε επιμέλεια της Συραγώς Τσιάρα που επιμελείται και την τωρινή έκθεση του στο Μουσείο Μπενάκη. «Ένα νέο ζητούμενο είναι η συμπληρωματική συνθήκη της έκθεσης στο Μπενάκη με τη δράση "Το τραπέζι των αφηγήσεων" στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση» λέει η κ. Τσιάρα και έχει δίκιο, καθ' ότι η δράση εκεί νοηματοδοτείται μόνο αν κάποιος έχει προηγουμένως δει την έκθεση στο Μπενάκη. Στη Στέγη, η Κατερίνα Ζαχαροπούλου αφήνει πάνω σε ένα τραπέζι τις μινιατούρες επίπλων και τα άλλα μικροαντικείμενα που χρησίμευσαν για να φτιάξει το εσωτερικό του κουκλόσπιτου για τα βίντεο στο Μουσείο Μπενάκη και καλεί τον κόσμο να έρθει και να στήσει αυτά τα επιπλάκια με τον τρόπο που προτιμά. Συγχρόνως, αυτός που συμμετέχει στο «Τραπέζι των αφηγήσεων» λέει τη δική του ιστορία ή τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες του σχετικά με την ιδανική οικιακή κατάσταση.

Οι εντυπώσεις που καταγράφονται παρακάτω σχετικά με αυτήν τη δράση σχετίζονται με την πρώτη ημέρα παρουσίασής της στη Στέγη, πριν εγκαινιαστεί η έκθεση στο Μπενάκη. Ας ξεκινήσουμε με αυτό ως ελαφρυντικό λοιπόν, γιατί είναι βέβαιο ότι όσοι συμμετείχαν τότε θα κρατούσαν εντελώς διαφορετική στάση αν είχαν φτάσει εκεί έχοντας πρώτα δει το «Κουκλόσπιτο της Petronella Oοrtman». Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε η Κατερίνα Ζαχαροπούλου, το κοινό δεν αναχαιτίστηκε. Συνεπώς, δεν υπήρξε ούτε στιγμή που να μη σου περνά από το μυαλό η ιδέα ότι παρακολουθείς μια αμήχανη προσομοίωση θεραπευτικής συνεδρίας παιδοψυχολόγου.

Οπότε το πρόβλημα αναδύθηκε για άλλη μια φορά:όλες αυτές οι απόπειρες εμπλοκής του «απλού αγνού κοινού» σε ένα έργο (και ακόμα χειρότερα σε μια περφόρμανς) οδηγούν σε ένα απελπιστικό τίποτα. Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας του κοινού. Είναι απίστευτο πόσο εύκολα το κοινό σήμερα εκχωρεί την απολύτως προνομιακή θέση τού να είναι το κοινό και καταλαμβάνει βοηθητικό ρόλο στην παραγωγή καλλιτεχνικού έργου ανενδοίαστα και με τα ταχύτατα αντανακλαστικά τσιλιαδόρου που ακούει συνθηματικό σφύριγμα για να ενεργήσει. Από πού προκύπτει, άραγε, όλη αυτή η γενικευμένη μικροαναισχυντία; Μήπως από το πολύ θεατρικό παιχνίδι στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό; Σίγουρα θα άξιζε να το διερευνήσουν οι ειδικοί.

Πάντως, το γεγονός είναι πως, υποψιασμένο ότι θα του δοθεί η ευκαιρία να καταλάβει μια θέση πάνω στην οποία θα στραφούν όλα τα βλέμματα, το κοινό προσέρχεται ψυχικά θωρακισμένο στα σχετικά καλλιτεχνικά δρώμενα και όχι ψυχικά χαλαρό, όπως θα όφειλε, για να είναι και αρκετά ανοιχτό να προσλάβει το έργο. Καταφθάνει, λοιπόν, με ένα προσχεδιασμένο δράμα και τη λύση του. Καθ' ότι −πονηρά σκεπτόμενο− νομίζει ότι έτσι θα θριαμβεύσει καλύτερα, παρά το ότι τελικά θα προσφέρει ένα φτηνιάρικο και κλισέ φινάλε. Κι έτσι, επειδή όλα παίζονται στο φάσμα του προσποιητού, το αληθινό δράμα και το αενάως ανεπίλυτο αιωρούνται στον χώρο με όλο το βάρος τους και αυτό προξενεί βαριά δύσπνοια και αδυναμία διαχείρισής του, έτσι χοντροκομμένο και μασίφ που εμφανίζεται.

Info:

Κατερίνα Ζαχαροπούλου

Το κουκλόσπιτο της Petrοnella Oortman

Μουσείο Μπενάκη

Κτήριο Οδού Πειραιώς

Έως 12/03

www.benaki.gr

Share in Facebook
Tweet it!