27 | 06 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΟΥΡΟΥΝΗΣ (1942 - 2016): «ΞΥΠΝΑ ΚΑΙ ΓΡΑΨΕ ΜΕ»

Μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στη LIFO ο εκλιπών Έλληνας συγγραφέας

Τον πρωτογνώρισα από κοντά στα μέσα του 1994. Μόλις είχε κυκλοφορήσει Ο Χορός των ρόδων αλλά δεν ήταν το πρώτο του βιβλίο που ‘χα διαβάσει. Ο Χορός με είχε συνεπάρει, εμένα κι άλλους χιλιάδες αναγνώστες.

Εκείνη η πρώτη κουβέντα είχε γίνει περπατώντας στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι και στου Ψυρρή που τότε ακόμη είχαν αληθινά σπίτια και σιωπή. Με μια μικρή, όλο αρώματα στάση στο καφεκοπτείο της πλατείας Καρύτση περιπλανιόμασταν στρίβοντας όπου θέλαμε. Σ’ όλη εκείνη τη συνάντηση είχα το μούδιασμα εκείνου που γνωρίζει καλά πως ολόκληρη η ζωή του το πολύ πολύ να αντιστοιχούσε σε μια βδομάδα της διαδρομής που είχε ζήσει ο συνομιλητής του. Δεκαπέντε χρόνια και τέσσερα βιβλία του αργότερα ξανασυνάντησα τον Αντώνη Σουρούνη. Η βεβαιότητα ότι αυτός ο συγγραφέας είναι τα βιβλία του, ότι ανάμεσα στο πρόσωπο και στο κείμενο δεν υπάρχει ρωγμή ούτε κατασκευή παρέμενε αναλλοίωτη. Μια νοητή και σαφής γραμμή ένωνε τους Συμπαίχτες με τα Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου, το Χορό των ρόδων με τον Γκας τον Γκάνγκστερ, αγκάλιαζε κι όλα τα άλλα του κείμενα για να φτάσει στο Μονοπάτι στη θάλασσα.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΛΑΜΠΡΙΑ - LiFO.gr - 06/10/2016

Ήσαν όλα «η ιστορία της ζωής του» χτισμένη από λέξεις στρογγυλές, λείες, τέλειες, αναπάντεχες, ζωισμένες, ακριβείς. Τα επίθετα έλειπαν, οι προτάσεις ήσαν γυμνές και χειμαρρώδεις. Από τι υλικά φτιάχτηκε αυτός ο άνθρωπος, με τι υλικά γράφει; Με δέχτηκε σπίτι του, «είναι πολύ ήσυχα» μου είπε, «η ιδιοκτήτρια όταν μου το παρουσίασε το περιέγραψε σαν τον Τάφο του Ινδού».

Η σιγαλιά ήταν όντως το σημείο, αλλά το μόνο που επιβεβαίωνε το χαρακτηρισμό. Το φως που έμπαινε από την ανοιχτή τζαμόπορτα κι ο λευκός βράχος που σαν να χωνόταν μέσα στο δωμάτιο τα μεταμόρφωνε όλα. Ήταν κάτι σαν τη χώρα του Μικρού Πρίγκιπα και μαζί ένα ταξίδι με αερόπλοιο του Ιουλίου Βερν. Λίγο πιο κει, τα σύννεφα του Λυκαβηττού, που ανακάλυψα, μέσα από αυτήν την κουβέντα, ότι φτιάχνονται από τα πιο γήινα, χωμάτινα υλικά. Αν το εργαστήρι του συγγραφέα βρίσκεται χωμένο κάπου μέσα στο σώμα του, είναι βέβαιο ότι το εργαστήρι του Αντώνη Σουρούνη φωλιάζει και δουλεύει μέσα στα σπλάχνα του:

Όλα μου τα βιβλία στην Ελλάδα τα έγραψα, κανένα δεν έχω γράψει εκτός Ελλάδας. Όταν μετά από πέντε ή δέκα ή είκοσι χρόνια κάθεσαι να γράψεις, ή και πενήντα χρόνια, όπως συνέβη με Το μονοπάτι στη θάλασσα, έρχονται όλα αυτά από μέσα σου κατευθείαν και σου λένε «γράψε μας». Φωτο: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

»Το συγγραφιλίκι δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία. Με την παιδεία έχουν σχέση όσοι ασχολούνται με τις επιστήμες. Ο συγγραφέας δεν έχει ανάγκη από παιδεία, το ‘χει μέσα του. Εγώ πιστεύω ότι έρχεσαι έτσι στον κόσμο, γεννημένος συγγραφέας, τέρμα, τελείωσε. Μπορεί να μη μάθεις ποτέ σου γράμματα, αλλά να κάθεσαι να γράφεις, να γράφεις κι όταν πια καταλάβεις ότι ανήκεις σ’ αυτό το είδος ανθρώπου τότε μπορείς να ανοίξεις κανένα βιβλίο να διαβάσεις, μπορεί να πας και σε κανένα σχολείο να μάθεις. Είναι η φύση. Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με ένα δάχτυλο που τους δείχνει, αυτός είναι εκεί, αυτός εδώ. Με ένα σήμα. Και θα το κατορθώσει, εκτός κι αν φοβηθεί και πάει αλλού. Αλλά εγώ πιστεύω πώς όλοι οι άνθρωποι είμαστε ταγμένοι για να επιτελέσουμε ένα συγκεκριμένο έργο. Αυτοί που θαυμάζουμε μετά από χρόνια και λέμε μπράβο είναι αυτοί που ακολούθησαν το μέσα τους.

»Όταν μας διάβασε αυτό το χρονογράφημα ο δάσκαλος στο σχολείο, πρώτη φορά άκουγα κάτι τέτοιο. Είπα θα κάνω αυτήν τη δουλειά, θα γράφω τέτοια πράγματα. Ο πατέρας μου δεν είχε τελειώσει το δημοτικό και είχε έρθει πιτσιρικάς από τη Σμύρνη, διάβαζε πολλά αστυνομικά και τη «Μάσκα», κάθε εβδομάδα. Κι εγώ είχα γοητευθεί με όλους τους ήρωες και πόσο καλό ‘κάναν στον κόσμο, πόσο δίκαιοι ήταν και έλεγα έτσι θα γίνω κι εγώ. Ή θα γίνω Άγιος, σαν τον ήρωα που μοίραζε τα λεφτά από δω κι από κει ή θα γράφω για τον Άγιο.

»Τα υλικά τα δικά μου ήταν ότι έπρεπε να κάνω αυτό που σκεφτόμουν, δεν έπρεπε να ακολουθήσω ούτε συμβουλές ούτε καθηγητές. Αυτό. Και τι ήταν αυτό; Πρώτα απ’ όλα τα ταξίδια . Έπρεπε να ταξιδέψω, δεν μ’ ένοιαζε πού και πώς και τι. Δεν μ’ ένοιαζε τι λεφτά θα πάρω και τι σπίτια θα αγοράσω, που δεν έχω αγοράσει ποτέ κανένα σπίτι. Έπρεπε να κάνω αυτό τον κύκλο, ολόκληρο. Δεν ήταν για να αποκτήσω εμπειρίες, δεν το ‘χα καθόλου στο κεφάλι μου. Όταν ταξιδεύεις και κάνεις εκατό δουλειές στον πλανήτη, πάς από δω, πας από κει, αποκτάς τόσο πολλές εικόνες και εμπειρίες, δεν έχεις το σημειωματάριο και γράφεις τι είπε ο διπλανός σου αλλά όταν πας στο σπίτι σου, στην πατρίδα σου, τότε γράφεις.

»Όλα μου τα βιβλία στην Ελλάδα τα έγραψα, κανένα δεν έχω γράψει εκτός Ελλάδας. Όταν μετά από πέντε ή δέκα ή είκοσι χρόνια κάθεσαι να γράψεις, ή και πενήντα χρόνια, όπως συνέβη με Το μονοπάτι στη θάλασσα, έρχονται όλα αυτά από μέσα σου κατευθείαν και σου λένε «γράψε μας».

»Το Μονοπάτι είναι το τελευταίο και μαζί είναι η πιο παλιά υπόθεση της ζωής μου, που ξεκινάω από νεογέννητος. Ούτε ήξερα ότι θα έγραφα κάποτε αυτό το βιβλίο, ούτε ήθελα. Η ουσία και το μεγαλείο είναι ότι έρχονται μόνα τους. Έρχεται και σου λέει «Ξύπνα και γράψε με». Στον Γκας τον γκάνγκστερ, ήταν μιλλένιουμ και πήγα με τη φίλη μου στην Ύδρα και μόλις γιορτάσαμε, την άλλη μέρα, της λέω, σε παρακαλώ φύγε, θέλω να γράψω. Τι θα γράψεις; Δεν ξέρω. Εννιά μέρες δεν άγγιζα τίποτα. Δεν μπορούσα να γράψω, ξυπνούσα μία, δύο η ώρα το πρωί, καθόμουν στο τραπέζι και δεν έγραφα τίποτα. Ξανακοιμόμουν πάλι. Ξανά πάλι τα ίδια την άλλη μέρα. Και ξαφνικά ήρθε όλο το βιβλίο και βγήκε από μέσα μου, έκατσα και το ‘γραψα όλο σε 69 μέρες ή μάλλον νύχτες.

»Σε μαγεία μέσα ζούσα, αν μου πεις τώρα πώς έγινε δεν ξέρω να σου πω. Και όσο διαρκεί αυτό καμία σχέση δεν έχω με τα έξω. Εγώ ζούσα μέσα σε μια ψαράδικη ταβέρνα στην Ύδρα, από κάτω είναι το μαγαζί όπου σύχναζαν ψαράδες και το Σαββατοκύριακο έρχονταν Αθηναίοι. Κι από πάνω κοιμόμουν εγώ. Τρεις η ώρα το πρωί κατέβαιναν οι ψαράδες για ψάρεμα και λέγανε στη Χριστίνα την ταβερνιάρισσα «στο μαγαζί σου μέσα υπάρχει ένα στοιχειό». Αυτός ήμουν εγώ. Όταν έγραφα και γελούσα ακουγόταν έξω. Κι όταν έκλαιγα πάλι ακουγόταν.

Φωτ.: Charlie Makos/ LIFO

»Οι λέξεις: Όταν κάθομαι να γράψω γράφω λέξεις που δεν τις ξέρω. Δεν τις έχω ακούσει ποτέ. Κι ανοίγω το λεξικό να δω, είν’ αυτή η σωστή λέξη; Κι είναι αυτή η λέξη. Καμία άλλη, μόνο αυτή. Είναι σαν να τις έχω ξαναπεί κάποτε στη ζωή μου, σε άλλη ζωή ίσως. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που μου λες ότι λείπουν τα επίθετα, δεν ξέρω τι είναι αυτό. Γράφω κατεβατά ολόκληρα, τελειώνει η φράση, η εικόνα, έρχεται η εικόνα και οι λέξεις βγαίνουν μετά, κατευθείαν.

»Δεν στήνω εγώ τα πρόσωπα, δεν στήνω τίποτα. Μόνοι τους παίρνουν θέση. Αλήθεια σου λέω. Εγώ είμαι ο δούλος, ο μπάτλερ τους που σερβίρω, δεν ξέρω τι γίνεται, ποτέ δεν ξέρω τι γίνεται. Όλα τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, όλα εκτός από ένα, που είναι αληθινό αλλά με μια χρονική απόσταση. Ο Άλεξ του Χορού των Ρόδων, ο παλιός παίκτης του καζίνου που έζησε έτσι κι έζησε αλλιώς. Ο Άλεξ είναι εγώ, πώς θέλω να είμαι εγώ στα εβδομήντα μου χρόνια, πώς έλπιζα και πώς φοβόμουν πως θα ‘μαι.

»Υπάρχει γενναιοδωρία της ψυχής, της συντροφικότητας, της παρέας και του φόβου παντού. Όταν ζεις μια ζωή αλλιώτικη, βλέπεις τη γενναιοδωρία αλλού πολύ κι αλλού λίγο αλλά εκεί που τη συναντάς γίνεσαι ένα μαζί της. Όταν ένας άνθρωπος σε βοηθάει σε μια δύσκολη στιγμή, ας είναι και ξένος, ενώνεσαι μαζί του, τον αγαπάς. Αυτό λέω εγώ γενναιοδωρία. Και να χάσεις εσύ κάτι για να μην πάθει ο άλλος ζημιά και να βοηθήσεις, έτσι πρέπει να κυλάει η ζωή. Έτσι κυλούσε η δική μου ζωή, παντού όπου πήγαινα. Πολλές φορές ήμουν εγώ που έμπαινα μπροστά, πρώτος για να βοηθήσει κι άλλες φορές ήταν άλλοι μπροστά μου. Όταν ζεις τέτοια πράγματα, αλλάζεις χαρακτήρα και πάς αλλού, σε μέρη πολύ όμορφα, ακόμα κι αν ζεις και μόνος και χαίρεσαι τη ζωή.

»Έτσι γεμίζει η ζωή. Ακόμη κι αν δεν ξαναδείς αυτόν τον άνθρωπο ποτέ ξανά στη ζωή σου, τον θυμάσαι. Το ‘73 που χτύπησα στην Αμερική στο βαπόρι μέσα με σφάλμα του καπετάνιου και του γραμματικού και έσπασε όλη αριστερή πλευρά του προσώπου μου, δεν υπήρχαν ούτε δόντια, ούτε μάτια, τίποτα, με πήραν σαν νεκρό και με πήγαν στο νοσοκομείο κι έμεινα εκεί δυο μήνες ετοιμοθάνατος. Δεν ήξεραν αν θα ζήσω μόνο ‘γω το ‘ξερα πως δεν θα πεθάνω γιατί έπρεπε να γράψω κι όταν ανέβηκε η Αστυνομία να πάρει καταθέσεις, ο λοστρόμος, ένας άντρας στα 60, ένας άντρας δυνατός, τίμιος είπε, με κίνδυνο να χάσει τη δουλειά του, χωρίς να φοβηθεί τίποτε, ότι φταίει ο καπετάνιος και ο γραμματικός. Ένας άντρας ηλικιωμένος, με οικογένεια, με υποχρεώσεις, αλλά άντρας που δεν φοβήθηκε.

»Ούτε ορθοπεταλιά ούτε γλέντι είναι η ζωή μου. Είναι ανάσκελα στο κύμα, που γράφω στον Γκας. Έτσι πρέπει να ‘ναι η ζωή, ανάσκελα στο κύμα. Και κάπου κάπου να κουνάς το πόδι σου για να μη σπάσεις το κεφάλι σε κανά βράχο. Και να μη φοβάσαι. Αυτό ξεκίνησε από τη μικρή μου ηλικία, όταν δούλευα με τον πατέρα μου στους δρόμους. Μ’ άρεσε να τσακώνομαι γιατί ήξερα πως στο τέλος θα γινόμουν φίλος μ’ αυτόν που τσακωνόμουνα. Ακόμη κι αν ο άλλος είναι πιο δυνατός από σένα και έχει πιο πολλά προσόντα από σένα. Αν δει ότι δεν φοβάσαι σε παραδέχεται κι αυτός, σε εκτιμάει. Σου λέει «έλα, πάμε μαζί να περπατήσουμε».

»Με τους παλιούς μου φίλους τέτοια σχέση εγώ. Κάνω και καινούργιους. Έχω φίλους στην αγορά, αυτοί οι άνθρωποι μου μιλούν πιο πολύ, πιο καλά συνεννοούμαι μ αυτούς, τους μανάβηδες, τους ψαράδες. Και συγγραφείς έχω φίλους. Αλλά εκεί που παίζεται το πράγμα όλο είναι στο δρόμο, δεν είναι στο γραφείο. Δεν με νοιάζουν οι άνθρωποι που δεν ξέρουν τι γίνεται έξω από το γραφείο, που δεν έχουν δουλέψει ποτέ, τέτοιες δουλειές δηλαδή, να συγκρούεσαι, να τρακέρνεις κάθε μέρα.

»Όσοι διαβάζουν ένα βιβλίο που ταυτίζεται με τα κάποτε όνειρά τους, αυτά που ήθελαν να κάνουν και δεν κάνανε, μέσα από το βιβλίο συνοδεύουν το συγγραφέα. Άμα δουν ότι αυτός ο συγγραφέας κάνει κάτι άλλο ή γράφει κάτι άλλο, τον απαρνιούνται. Όλοι οι άνθρωποι ζητούν μια ευκαιρία να απορρίψουν αυτό που αποδέχονται. Και δεν μιλάω μόνο για συγγραφείς, μιλάω για το φίλο σου και το γείτονά σου. Στην έχουν στημένη να στραβοπατήσεις.

»Όταν βγήκαν οι Συμπαίχτες έγραψε για μένα ο Μιχάλης Μήτρας ότι μοιάζω στον Κέρουακ. Ρωτάω «καλός αυτός ο Κέρουακ;». Ο καλύτερος μου λένε. Ήμουν στη Φρανκφούρτη και είχα 13 μάρκα στην τσέπη όλα κι όλα. Μπαίνω σ’ ένα βιβλιοπωλείο και με 12 μάρκα παίρνω Στο δρόμο. Μπαίνω σε μια μπιραρία και δίνω άλλο ένα μάρκο για μια μπίρα και κάθομαι να διαβάσω το βιβλίο. Καμία σχέση, αυτός από κει εγώ από δω.

»Στη ρουλέτα και στις γυναίκες σε ένα νούμερο ποντάρεις, δεν μπορείς να ποντάρεις σε όλα. Όπως ποντάρεις ένα νούμερο στη ρουλέτα κι η μπίλια πέφτει αλλού το ίδιο συμβαίνει και με τη γυναίκα. Η ρουλέτα βασικά είναι άπιστη, άμα σου πέσει η μπίλια ενθουσιάζεσαι όπως και στη γυναίκα. Άμα δεν σου πέσει η μπίλια, άμα σε προδώσει, θυμώνεις μαζί της, τη βρίζεις, τη σκοτώνεις κιόλας άμα θες. Γυναίκες και ρουλέτα είναι το ίδιο πράγμα.

»Τα όνειρά μου τα έχω πραγματοποιήσει. Όνειρά μου σήμερα είναι η καθημερινή μου ζωή. Χαίρομαι που ξημερώνει, χαίρομαι που νυχτώνει. Πάντα από μικρό παιδί ήθελα να έρθει ένας καιρός που να μπορώ να δουλεύω όπου θέλω, όποτε θέλω και το συγγραφιλίκι μου το ‘φερε. Αλλά δεν θα μπορούσα να φτάσω σε τέτοια ηλικία αν πριν δεν είχα δουλέψει στη θάλασσα.

Share in Facebook
Tweet it!