22 | 10 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΘΥΜΙΟΣ ΓΑΚΗΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ

Ο Θύμιος Γάκης ήταν Έλληνας λήσταρχος, ο οποίος έδρασε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα στους ορεινούς όγκους των Τζουμέρκων και των Αγράφων. Γεννήθηκε γύρω στα 1855 στο χωριό Μεσούντα του καζά Άρτας, στα όρια των σημερινών νομών Άρτας, Καρδίτσας και Τρικάλων. Το πραγματικό όνομά του ήταν Βασίλης Αδάμος.

Το όνομά του συνδέθηκε το 1884 με την απαγωγή μιας Βλάχας αρχοντοπούλας, της Δούκως (Ευδοκίας) Αβέρωφ - Τζοανοπούλου. Η πράξη αυτή εξιστορείται στις διάφορες παραλλαγές του δημοτικού τραγουδιού Βασιλαρχόντισσα, όπου το όνομα της κοπέλας έχει αλλάξει σε Βασιλική, είτε για να υποδηλώσει την αρχοντική της καταγωγή, είτε για μετρικούς λόγους.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τα γεγονότα άρχισαν όταν κάποιος νεαρός Μεσολογγίτης με το όνομα Φλέγκας, που τότε εργαζόταν στο Μέτσοβο, πέρασε επιδεικτικά από το «κουλτούκι» της εκκλησίας, όπου μπορούσαν να περνούν μόνο οι προύχοντες του χωριού. Η ενέργειά του αυτή προκάλεσε τον τότε πλούσιο τσέλιγκα Νικολάκη Αβέρωφ, ο οποίο ήταν αδελφός του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ και τον χαστούκισε δημοσίως.

Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Ο Φλέγκας μετά την χειροδικία, γύρευε να εκδικηθεί τον Αβέρωφ για την προσβολή και ήρθε σε επαφή με το Θύμιο Γάκη, λήσταρχο της περιοχής, με σκοπό για να «κλέψουν» την κόρη του Νικολάκη, την Δούκω. Ο Γάκης με τη δωδεκαμελή συμμορία του, πέρασαν τα ελληνοοθωμανικά σύνορα με σκοπό να μεταβούν στο Μέτσοβο, που ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκεί απήγαγαν την κοπέλα μαζί με μία συγγενή της στις 27 ή στις 31 Ιουλίου 1884 και μετά τις φυλάκισαν στα λημέρια του. Έπειτα από σειρά διαπραγματεύσεων, οι δύο γυναίκες απελευθερώθηκαν λαμβάνοντας ο Γάκης υπέρογκα λύτρα, που σύμφωνα με την παράδοση στοίχισαν το βάρος της Δούκως σε χρυσά νομίσματα και της άλλης γυναίκας σε ασημένια.

Εκτός από το παραδοσιακό τραγούδι της Βασιλαρχόντισσας, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά δημοτικά τραγούδια της περιοχής, τα γεγονότα της απαγωγής επιβιώνουν μέσα από αρκετά τοπωνύμια, όπου σύμφωνα με την ανάμνηση ή τη φανταστική εξιστόρηση των ντόπιων κατοίκων ήταν το λημέρι που φυλακίστηκε η Δούκω. Έτσι υπάρχουν τοπωνύμια όπως η Σπηλιά του Γάκη στην Καρίτσα Καρδίτσας, διάφορες σχετικές ονομασίες στον εθνικό δρυμό της Βάλια Κάλντα και άλλες τοποθεσίες.

Σύμφωνα με το θρύλο, αυτό ήταν το τελευταίο «μεγάλο κόλπο» του Γάκη. Αφού έκανε τη μοιρασιά, πήρε το μερίδιό του και ξαναπέρασε στα οθωμανικά εδάφη μεταμφιεσμένος σε χανούμισσα, για να φτάσει ως την περιοχή της Σμύρνης. Εκεί αγόρασε κτήματα και εγκαταστάθηκε μόνιμα.

Η πραγματικότητα όμως είναι λιγότερο μυθιστορηματική. Ο Γάκης έζησε για δέκα ακόμα χρόνια ως παράνομος, μέχρι το 1894 που συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δικαστήριο των Ιωαννίνων. Γλίτωσε τη θανατική ποινή χάρη στην ίδια τη Δούκω, η οποία κατέθεσε πως της είχε φερθεί άψογα κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της. Τελικά καταδικάστηκε σε ισόβια, αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερος όταν του δόθηκε χάρη.

Μετά την αποφυλάκισή του, εγκαταστάθηκε τελικώς στο χωριό Παπασλή της Μικράς Ασίας, όπου έζησε ως γαιοκτήμονας και παντρεύθηκε την κόρη του Έλληνα δημάρχου της περιοχής. Εκεί τον βρήκε το 1919 η Μικρασιατική Εκστρατεία, κατά την οποία συγκρότησε με δικά του έξοδα ένα παραστρατιωτικό σώμα προς ενίσχυση του ελληνικού στρατού.

Κατά μία εκδοχή, ο Γάκης τραυματίστηκε σε μάχη στις 17 Ιουλίου 1919 και εξέπνευσε λίγες μέρες αργότερα σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Κατά μια άλλη εκδοχή, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, επέστρεψε στην Ελλάδα και πέθανε πάμφτωχος στα Τρίκαλα.

Δεν είναι κρίμα κι άδικο, δεν είναι κι αμαρτία,
να είν΄ η Βασίλω σ΄ ερημιά σε κλέφτικα λημέρια,
να στρώνει πεύκα στρώματα κι οξιές για μαξιλάρια;
Kι ο Θυμιογάκης φώναξε, ο Θυμιογάκης λέει:
Σήκω Βασίλω μ΄ κι έφεξε, σήκω και πήρε γιόμα,
σήκω ν΄ ανάψεις τη φωτιά, να πάρεις τον καφέ σου.

Στο βίντεο που ακολουθεί προσέξτε τα εκπληκτικά βήματα του χορού αλλά και το ό,τι όλοι (άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά) τα γνωρίζουν στην εντέλεια!)

Share in Facebook
Tweet it!