28 | 06 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΛΕΥΚΙΟΣ - ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ...

Ο Λεύκιος είναι ποιητής. Τα ποιήματά του κυκλοφορούν εδώ και καιρό σε λογοτεχνικά περιοδικά των Εξαρχείων και ανταλλάσσονται -σχεδόν συνωμοτικά- σε μεταμεσονύκτια μηνύματα ή μοιράζονται σε ποστ με έντονο το ερωτικό στοιχείο.

Τη στιγμή που κοιταχτήκαμε / -γιατί η μία στιγμή ήταν αρκετή- / αν έπεφτε χιόνι ανάμεσά μας θα ’λιωνε / αν πετούσε σύννεφο θα εξατμιζόταν / αν φυσούσε αέρας θα λυσσομανούσε / αν κυλούσε ρέμα θα φούσκωνε / αν στεκόταν δέντρο θα λαμπάδιαζε / αν κούρνιαζε ζώο θ’ αλυχτούσε….

Το ταξίδι του από το χωριό που μεγάλωσε και την ασφυκτική ζωή της επαρχίας μέχρι την πόλη που ζει σήμερα του δίνουν εικόνες και εμπειρίες που μοιράζεται στους στίχους του, με τον έρωτα -ολοκληρωμένο ή ανεκπλήρωτο- να κυριαρχεί, να γίνεται ενίοτε βασανιστικός και να κρύβεται πίσω από κάθε λέξη.

grekamag.gr - Κείμενο: M.Hulot - 09/12/2014

Ο Λεύκιος είναι μια αινιγματική μορφή που σπάνια αποκαλύπτεται. Θα μπορούσε να είναι το παιδί που σε εξυπηρετεί στο γκισέ της δημόσιας υπηρεσίας και ασφυκτιά στην αδράνεια του οχταώρου, ο τύπος που καπνίζει ναργιλέ στο διπλανό τραπέζι, αυτός που απολαμβάνει την διονυσιακή γιορτή της πίστας και στέκεται σιωπηλός στα πίσω καθίσματα, αλλά και αυτός που ξεπερνάει τον εαυτό του και ερωτοτροπεί στα χαμάμ, τα τσοντοσινεμά, αυτός που «η γυμνασμένη του ματιά αναζητά αυτούς που θα πετύχουν ν' “αγαπηθή μεγάλως” όπως ο συνονόματός του». Η καθημερινότητά του στην πόλη αλλά και τα ταξίδια του σε Αλβανία, Κόσσοβο, στην ελληνική επαρχία γίνονται στίχοι σπαρακτικοί, που εκπέμπουν την καύλα της στιγμής, που είναι διαχρονικοί επειδή είναι αληθινοί, που είναι πολιτικοί με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, που σπαρταρούν και αχνίζουν από την αναζήτηση του έρωτα, του αιώνιου και του εφήμερου.

Οι ήρωές μου
Ξέρω ένα παιδί που δεν έχει τίποτα.
Πατέρα δεν έχει να του επαναστατήσει
και μετά να τον κληρονομήσει.
Μετανάστης δεν είναι
μα σκέφτεται να μεταναστεύσει.
Αν ήταν γύφτος
θα `χε τουλάχιστον μια ταυτότητα
- και μια δικαιολογία.
Προλετάριος είναι, μα δεν το ξέρει.
Ποτέ του δε διάβασε Μαρξ
μα ξέρει τι είναι μισθός, τιμή και κέρδος.
Ούτε Προυντόν
μα ξέρει τι είναι ιδιοκτησία.
Ούτε Λένιν διάβασε
μα ξέρει πως όσο και να μοχθεί να κάνει
ένα βήμα μπρος
πάντα κάτι τον φέρνει
δύο βήματα πίσω.
Δεν έχει ταξιδέψει
μα όταν σκοτεινιάζει
ανεβαίνει σ’ ένα ύψωμα
κοιτάζει από ψηλά τη γη
και τα μάτια του αστράφτουν.
Μια νύχτα που με πήρε κι εμένα
τον είδα να πετά σαν αεροπλάνο.
Κόντεψα κι εγώ να πετάξω μαζί του.
Ξέρει πως όποιος τον αγαπά
τον αγαπά μόνο για ό,τι είναι και δεν έχει.
Έτσι είναι εμένα οι ήρωές μου.

Δρόμοι του Νοέμβρη
Όταν σπούδαζα
και μου `βαζε ο μπαμπάς μου το νοίκι
και μου `στελνε η μαμά μου λεφτά
τέτοιες μέρες
πάνω κάτω η Πατησίων
κι εγώ ιδεολόγος
σημαίες και συνθήματα.
Τώρα
που δε μου βάζει το νοίκι κανένας
και δε μου στέλνει κανένας λεφτά
τέτοιες μέρες
μετά τη δουλειά
πάνω κάτω η 3ης Σεπτεμβρίου
σκοπιά τα μπατσάκια
κι εγώ περίπολο
πετάω καμιά ματιά για σύνθημα
και κοιτάω να πιάσω το παρασύνθημα.

Στο πρακτορείο
Πιάσαμε κουβέντα στο ταμείο
και κάτσαμε να πιούμε έναν καφέ
ώσπου να φύγουν τα λεωφορεία μας.
Απ’ το λίγο που τον είδα κι απ’ τα πρώτα λόγια του
είπα: να ένας ιδανικός αναγνώστης μου!
Ας του δώσω λίγα κείμενά μου
που έχω πάντα στην τσάντα μου
γι’ αυτές τις περιπτώσεις.
Για τέτοιους ανθρώπους γράφω
τέτοιοι θέλω και να με διαβάζουν.
Όσο πίναμε καφέ, μου είπε τη ζωή του.
Είμαι είκοσι χρονώ. Μένω στο χωριό με τη μάνα και τ’ αδέρφια μου. Έβγαλα το Γυμνάσιο, και μετά δουλειά. Οικοδομή, χωράφια, ό,τι βρω. Παίζω και μπάλα σε ομάδα – κάτι βγάζω κι από κει. Ο πατέρας μου συχωρέθηκε νωρίς. Πηγαίναμε να παρουσιαστώ στο στρατό, δεν αισθανόταν καλά, γυρίσαμε πίσω. Το ίδιο βράδι πέθανε. Σαράντα χρονώ, από καρδιά. Μου δώσαν αναβολή. Θα με πάρουν όπου να `ναι, αλλά θα υπηρετήσω λίγο γιατί είμαι προστάτης. Τώρα πάω να βρω ένα ξαδερφάκι μου, που πουλάει είδη ρουχισμού σε πανηγύρια, να δουλέψω κι εκεί. Στο σάκο έχω τα ρούχα μου, στη σακούλα το μαξιλάρι, το σεντόνι και μια λινή κουβέρτα, γιατί κοιμόμαστε εκεί, στο παζάρι, να φυλάμε και το εμπόρευμα.
Πέρασε η ώρα, πλήρωσα τους καφέδες, φύγαμε.
Ξέχασα εντελώς να του αφήσω τα στιχάκια μου.

Share in Facebook
Tweet it!