15 | 12 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

18 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ Το αγόρι και η πόρτα Εκεί που έπεσε είναι μια κόκκινη λίμνη, ένα κόκκινο δέντρο, ένα κόκκινο πουλί. Σηκώθηκε όρθια η πεσμένη καγκελόπορτα- χιλιάδες άλογα. Λαός καβαλίκεψε. Κομνηνέ! - φωνάξαμε. Γύρισε και μας κοίταξε δε φορούσε επίδεσμο ούτε στεφάνι. Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα και μαύρα, πιο μαύρα- καλπασμός, - η ιστορία Να προφτάσουμε.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ 1050 Χιλιόκυκλοι "Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!" Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα, δεν σούστειλε ένα μήνυμα μητέρα, αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου, ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου. "Εδώ Πολυτεχνείο ,εδώ Πολυτεχνείο!" Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι, χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα, σε στόματα μανάδων η κατάρα. Και τα κορίτσια και τ' αγόρια που μιλούσαν, τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν, δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία, κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία. "Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!" Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο, δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο, λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες, πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

LiFO.gr - 17/11/2014

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ Εδώ Πολυτεχνείο... Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ καλώ βοήθεια, πρόφτασε, λαέ, βοήθεια, πρόφτασε, λαέ, σκοτώνουν τα παιδιά σου, οϊμέ! Τα νιάτα που έστησαν εδώ του Αγώνα τραγικόν χορό και τραγουδούν τη Λευτεριά, σου τα σκοτώνουν τα παιδιά. Της βίας ο δούλος ο μωρός δουλέμπορος, φονιάς μιαρός, σκοτώνει, λαέ, τα τέκνα σου, τ' αγόρια, τα κορίτσια σου. Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ τα νιάτα σέρνουνε χορό. Της Επιστήμης τα παιδιά και τραγουδάν τη Λευτεριά. Εδώ της νιότης ο άξιος νους, που χτίζει θέατρα, ναούς, σκεδιάζει ιδέες και μηχανές και δένει το αύριο με το χτες, Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ μέσα στης τέχνης το ιερό σκοτώνει η βία τα παιδιά που τραγουδούν τη Λευτεριά. Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ γίνεται ανήκουστο κακό! Της βίας ο δούλος ο μωρός του Χάρου μαύρος έμπορος, σφάζει τα τέκνα του λαού. τη νιότη, την ελπίδα του, το άνθος του αύριο, τον καρπό της τέχνης και της γνώσης, ω! Εδώ Πολυτεχνείου κραυγή καλούν το Χρέος κι η Τιμή Λαέ μας, βοήθα τα παιδιά. Ο αγώνας για τη Λευτεριά.

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο εκφωνητής (1978) Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου γενναίο παιδί: Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο! Σας μιλάει ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων! Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου γεμίζοντας τους αιθέρες μ' ανατριχίλες και δάκρυα. Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις. Γιατί χρόνια και χρόνια σ' αυτό τον τόπο είναι στη μοίρα του ν' ακούει αυτό το τραύλισμα που δεν προφταίνει να γίνει φωνή που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος και μουσική αναστάσιμη. Γιατί χρόνια και χρόνια στην κρίσιμη στιγμή τα δολερά χέρια των τυράννων υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ Φοβᾶμαι... Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό». Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου. Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν. Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις». Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο. Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους. Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο. Νοέμβρης 1983

ΗΛΙΑΣ ΓΚΡΗΣ Το ερπετό που ξυπνάει 17 Νοέμβρη 1989 Θητεύσαμε παιδιά στη νύχτα με ένα σταφύλι θυμού ατρύγητο. Τι αμό­λυντη περηφάνια είχαν τα λόγια μας φωτίζοντας το θαύμα πού· θαύμα δεν έγινε. Είναι από τότε που η μνήμη ερπετό ξυπνάει και τρώει απ' τη θλίψη και ύστερα λουφάζει σε τάφο συλημένο, γιατί πάντα θα ανθίζει η στοργή για τα ναυάγια που επιστρέφουν παράδοξα όπως σκιές του φονιά μέσα στα όνειρα. Και είναι από τότε που βγάζουν στο σφυρί τα κουρέλια εκείνου του πάναγνου έρωτα· του πάναγνου έρωτα. Και όσοι τάχθηκαν πρώτοι, εξαρ­γύρωσαν την κραυγή μας ερήμην. Από κείνη τη νύχτα, ό,τι και αν πω, φωνάζει σαν αίμα.

ΚΟΡΑΛΙΑ ΘΕΟΤΟΚΑ Αντί στεφάνου (1977) Ποια απάντηση, ποιος χτύπος στο κοιμισμένο στήθος σου αγόρι γαζωμένο από τις σύγχρονες μηχανές σε σχήμα χελιδονιού άγγελε με χλωρή γενειάδα κάτω από τις ερπύστριες συνείδηση βαμμένη στον τοίχο και στις πέτρες σώπασες τ' όνομά σου μες στη βοή της λάσπης περιστέρι μπροστά στα ηλεκτροφόρα σύρματα με το σύνθημα της δικαιοσύνης στο χώμα. Με το τραγούδι χαιρετίζω όσους μοχθούν για τη ζωή, όχι στο χαμό της για την τροφή, όχι τη στέρηση της για τη γνώση, με τη γνώση ενάντια στις αριθμομηχανές των κρεάτων ενάντια στον οργασμό της κατανάλωσης ενάντια στις τρομερές λυχνίες της δισχιλιετηρίδας. Θα 'ρθει ένας κόσμος χλόης αγόρι και θα δουλεύουμε στη μοιρασιά των λουλουδιών.

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Δοκίμιο ΄73 - ΄74 Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου. Τώρα η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ' το υπόγειο ως τον αυχένα. Κάποιος ανεβαίνει μ΄ ένα τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των ειδήσεων. Στη μικρή οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσονται σταθερά δίχως πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με τετραγωνισμένο φως. Ιαχές. Το πλήθος. Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρείς διαστάσεις ακτινογραφούν εισερχομένους εξερχομένους διερχομένους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά μέσα τους σαφώς οπλισμένα. Το πλήθος φεύγει έφυγε. Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8) στη πλάτη σου ετών ας πούμε 24 καμμιά ταυτότητα. Ταξίδι στο μεγάλο διάδρομο καταργημένος χρόνος. Όχι σκοτάδι μήτε μισοσκόταδο μήτε και φως. Ταξίδι τα χαράματα σ' ένα γυμνό τοπίο σκοποβολής. Η βρύση πλένει χέρια και πουκάμισο οι εφημερίδες καταπίνουν τις φωνές. Αστυνομίες αμίλητες μέσα σε σκοτεινές αστυνομίες. Πρωθυπουργοί με σκεπασμένο πρόσωπο. Απάνω οι νόμοι σε σειρές σοφή συναρμογή και διάταξη με τους συνήθεις αγωγούς σωλήνες σωληνώσεις πολαπλά κυκλώματα με θύρες διαφυγής. Κυκλοφορία παράπλευρη για τους αξιοπρεπείς φονιάδες... Κι εσείς που ωστόσο συνεχίζετε κρατώντας προστατεύοντας στα δόντια σας την τελευταία σας λέξη. Το λάθος των μηχανουργών.

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ Του Πολυτεχνείου Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές ελπίδα δεν τ' απόμενε ούτε τόση Δε βάφονται τ' αυγά με τις πορδές! Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου, θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι. Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου —Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι! — Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο. Τι παραπάνω θά 'θελες αγόρι; — Θά 'θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω... Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν' αστεία, αν βρίσκονταν παράδες κι αν... και αν... για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία... (κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν») Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε μέσ' στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε. Ανέκδοτο, Π. Φάληρο Δεκέμβριος 1973

ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ «Εδώ Πολυτεχνείο» Στον άγιο ήχο της φωνής: «Εδώ Πολυτεχνείο!...» στο κάλεσμα της νιότης μας, που φέρνει προς το φως άστραψε σ' όλες τις ψυχές τ' άφταστο μεγαλείο της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός! Τ' ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα, και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ' άστρα το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια. Στα παλληκάρια που' πεσαν στην άνιση την πάλη δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια! Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!... Ραφήνα, Τρύγος 1974

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ Αθήνα (1977) Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα πανάρχαια γόησσα Αθήνα γυαλίζει τ' άσπρο σου στήθος απόψε άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις χύνοντας κόκκινο γάλα καθώς θ' ακούς το τραγούδι της συνουσίας παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου σ' αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών του αμύγδαλου-κόσμου .......................................... Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα. Με προβολείς στο μάτι τους ρίχνουν κάτω Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο Στον ουρανό πάνω σ' ένα κολοσιαίο Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή Σειρήτια στα μάτια τους. Κι αυτοί που Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν Απ' την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί Αποθρασύνοντας τον ισχυρό Σ' αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής. Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ' τα τανκς Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ' τα καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν Στα διασταυρούμενα πυρά Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΕΡΑΝΗΣ «Το στρατόπεδο ετέθη πάλι υπό έλεγχον» Άρχισαν να κλονίζονται τα θεμέλια. Ένας βραχνός λοχίας μας γκρεμίζει στη Νύχτα με σιδερένιους λοστούς. Ανοιξιάτικα όνειρα τουφεκίζονται στον αυλόγυρο του Πολυτεχνείου. Ο στρατοπεδάρχης καπνίζει νευρικά το τσιμπούκι του καθαρίζει την υγρασία στα τζάμια και μετράει τους σκοτωμένους απ' το παράθυρο. Ύστερα σηκώνεται πλένει τα χέρια του ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη λέει ένα σκληρό «αυτός είμαι» και ξαπλώνει στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Μα πριν αδειάσει το γυάλινο μάτι του στο ποτήρι σηκώνει με αργές κινήσεις το τηλέφωνο και καλεί το Επιτελείο: «Στρατηγέ μου, η εκστρατεία εστέφθη υπό πλήρους επιτυχίας Το στρατόπεδο ετέθη πάλι υπό έλεγχον Καληνύχτα σας».

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ Μικρός τύμβος (Πολυτεχνείο) Δίχως τουφέκι και σπαθί, με τον ήλιο στο μέτωπο, υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα. Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί που ωραία λουλούδια τις μορφές σας Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου, Μπροστά σ' αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή. από την ενότητα «Παραλειπόμενα», Β' τόμος των Απάντων

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ Τα νέα σατιρικά γυμνάσματα Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει. Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες. Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη δολάρια, για τους γνήσιους πατριώτες. Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο, οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία, ενώ συνωμοτούν στο καφενείο, για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία. Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε, με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε. Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου, της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα. Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου, που 'χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα. Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια «ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια. Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία. Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ Στούς σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα κείτεται -δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε- για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου, και συ στο σπιτάκι σου, μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον. Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται, η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια. Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό, γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του. Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου, για να 'χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ Το σώμα και το αίμα - Ακόμα μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου (1977) Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος φωνάζει συνθήματα πάνω απ' τους δρόμους ο τρίτος φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον έρωτα σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες έρωτας είναι τ' όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους οι νεόνυμφοι βγήκαν απ' το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες στο κιγκλίδωμα τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ' τη νύχτα απ' το απόρθητο βάθος απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον έτσι είπε πάνω στη στέγη κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το σπασμένο ποτήρι κι η μυρωδιά απ' τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι

ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ Εδώ Πολυτεχνείο Τρείς νύχτες καίγανε οι φωτιές την τελευταία ακούστηκαν καμπάνες Κάπου αλλού θα παίζεται η ζωή μας σκέφτηκα και τότε τον είδα λαμπαδιασμένο απ' τις ζητωκρυαγές να τρέχει προς το θάνατο Αλέξανδρε του φώναξα Αλέξανδρε κι ύστερα πιο σπαραχτικά Αλέξανδρεεε, πάλι και πάλι Καθώς έσκυψα να τον σηκώσω από την άσφαλτο δε βρήκα παρά στάχτη Σ' όλους τους δρόμους οι στρατιώτες πυροβολούσαν το φόβο τους.

ΛΕΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΒΙΑ Προς Αντιγόνην (Αποσπάσματα) Φέτο δε θά 'ρθει η άνοιξη, δε θ' αφήσουμε τους κούκους να τιτιβίσουν τα τραγούδια των στασιαστών, τις μυγδαλιές να τους μυρώσουν, όχι, τον ήλιο δε θα τον αφήσουμε να ξεκαλοκαιριάσει, και τα τζιτζίκια να τσιρίζουν ζει ζει ζει. Ετούτος ο Νοέμβρης θα μείνει καρφωμένος μέσα στο χρόνο, με τις ατέλειωτες του νύχτες, με το βοριά στα στηλωμένα μάτια μας, με τους τριγμούς κλαριών ή πατημάτων, κρωγμούς ή συνθηματικές κραυγές συνωμοτών. Δεν ξεγελιόμαστε απ' τα τεχνάσματα σας. Κάποιος ρίχνει κόκκινο χρώμα στα ποτάμια — δεν έρευσε από φλέβες τόσο κόκκινο. Κάποιος βάφει πορφυρένια τη θάλασσα και τα σύννεφα στάζουν αίματα, αίματα, πλημμυρίζουν οι δρόμοι.

Share in Facebook
Tweet it!