19 | 11 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ο Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005) ήταν ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές.

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό δεν αφομοιώθηκε απ' αυτόν. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή.

Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή. Επίσης η ποίησή του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής.

Ποιήματα (1945-1971)

Ἕνας μεγάλος οὐρανὸς γεμάτος χελιδόνια

τεράστιες αἴθουσες δωρικὲς κολῶνες

τὰ πεινασμένα τὰ φαντάσματα

καθισμένα σὲ καρέκλες στὶς γωνιὲς

νὰ κλαῖνε

τὰ δωμάτια μὲ τὰ νεκρὰ πουλιὰ

ὁ Αἴγιστος τὸ δίχτυ ὁ Κώστας

ὁ Κώστας ὁ ψαρὰς ὁ πονεμένος

ἕνα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα ποὺ ἀνεμίζουνε

νεράντζια σπᾶνε τὰ τζάμια στὰ παράθυρα

καὶ μπαίνουν μέσα

ὁ Κώστας σκοτωμένος

ὁ Ὀρέστης σκοτωμένος

ὁ Ἀλέξης σκοτωμένος

σπᾶνε τὶς ἁλυσίδες στὰ παράθυρα

καὶ μπαίνουν μέσα

ὁ Κώστας ὁ Ὀρέστης ὁ Ἀλέξης

ἄλλοι γυρίζουνε στοὺς δρόμους ἀπὸ τὸ πανηγύρι

μὲ φῶτα μὲ σημαῖες μὲ δέντρα

φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει κάτω

φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ

τ᾿ ἄλογα τ᾿ Ἀχιλλέα πετοῦν στὸν οὐρανὸ

βολίδες συνοδεύουνε τὸ πέταμά τους

ὁ ἥλιος κατρακυλάει ἀπὸ λόφο σὲ λόφο

καὶ τὸ φεγγάρι εἶναι ἕνα πράσινο φανάρι

γεμάτο οἰνόπνευμα

τότε νυχτώνει ἡ σιωπὴ τοὺς δρόμους

καὶ βγαίνει ὁ τυφλός με τὸ μπαστούνι του

παιδιὰ τὸν ἀκoλουθᾶνε στὶς μύτες τῶν ποδιῶν

δὲν εἶναι ὁ Οἰδίποδας

εἶναι ὁ Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς

παίζει μίαν ἐξαντλητικὴ θανάσιμη φλογέρα

εἶναι ὁ νεκρὸς Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς.

 

ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ (1958)

Συμπέρασμα

Ἡ γάτα ἦρθε σὰ φωνὴ ἀπὸ ἕναν ὁρίζοντα φοβισμένο

ἔβρεχε καὶ πρησμένα ὄνειρα βογγοῦσαν ὀληνύχτα

τὸ πρωὶ ὁ ἄνθρωπος πλύθηκε καὶ ξυρίστηκε

ὅπως πάντα

καὶ γύρω του χτυποῦσαν τὰ σφυριὰ ὅπως πάντα

στὸ δρόμο καθὼς ἔβγαινε ἀπάντησε μίαν ἁγία

ντυμένη στὰ βυσσινιὰ

εἶχε πεθάνει πάνω στὸν τροχὸ πρὶν ἀπὸ

ἑκατοντάδες χρόνια

ὁ γαλατᾶς τὸν εἶδε καὶ τὸν χαιρέτησε

ἔπειτα τὸν χαιρέτησε ὁ ταχυδρόμος

κι ὕστερα τί ν᾿ ἀπόγινε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος

τὰ ροῦχα του κυκλοφόρησαν σ᾿ ἐφημερίδες

τὸ ἕνα του μάτι τὸ κρατοῦσε κι ἔπαιζε

ἕνα μικρὸ κορίτσι

μαῦρα αὐτοκίνητα μεταφέραν τὰ κομμένα

μέλη του

καὶ ἡ καρδιά του ἀερόστατο γελοῦσε στὸ κενό

Share in Facebook
Tweet it!