19 | 11 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

"Ο ΔΙΚΑΙΟΣ"

Το 1806, ο πάτερ Μυριήλ, μετά από μια τυχαία συνάντησή του με τον Ναπολέοντα, διορίστηκε επίσκοπος της γαλλικής πόλης Ντιν και πήρε το όνομα Δωρόθεος.

Ιδού μερικά αποσπάσματα ρήσεών του και πράξεών του:

Η υπηρέτρια κυρα-Δοξαστή προτιμούσε να τον λέει «η μεγαλοσύνη σου». Μια μέρα σηκώθηκε από το κάθισμά του ο Μυριήλ και πήγε στη βιβλιοθήκη να πάρει κάποιο βιβλίο. Μα δεν μπορούσε να το φτάσει, γιατί ήταν κοντός και το βιβλίο βρισκόταν ψηλά. “Κυρα-Δοξαστή, της λέει τότε,“φέρε μου μια καρέκλα. Η μεγαλοσύνη μου δε φτάνει ως εκείνο εκεί το ράφι”.

Η κόμισσα Λο, μακρινή συγγενής του, όταν κουβέντιαζε μαζί του, συνήθιζε να μιλάει για τις «ελπίδες», όπως έλεγε, των τριών της γιων. Είχε πολλούς γέρους συγγενείς, που τα παιδιά της ήταν φυσικοί κληρονόμοι τους. Χωρίς να μιλά, ο επίσκοπος άκουγε τις καυχησιάρικες κουβέντες της κόμισσας. Όμως μια μέρα φαινόταν σκεφτικός κι αφηρημένος. Τον διακόπτει λοιπόν η κόμισσα και τον ρωτά: “Μα τι συλλογίζεσαι ξάδερφε;” “Συλλογίζομαι”, αποκρίθηκε αυτός, “έναν παράξενο λόγο, που τον βρήκα, θαρρώ, στον άγιο Αυγουστίνο: Στήριζε την ελπίδα σου σ’ Εκείνον, που δεν Τον διαδέχεται κανένας”.

Μια άλλη μέρα πάλι, όταν πήρε το αγγελτήριο του θανάτου κάποιου ευγενούς της Ντιν και διάβασε τους ατέλειωτους τίτλους του μακαρίτη και των συγγενών του, είπε: “Κοίτα, κοίτα τι βάρος σηκώνει στη ράχη του ο χάρος! Οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται και τον ίδιο τον τάφο τους ακόμα για να ικανοποιούν τη ματαιοδοξία τους”.   

Ο πλούσιος έμπορος Γκεμποράν έδινε κάθε Κυριακή μια πεντάρα στις έξι γριές ζητιάνες που στέκονταν έξω από την πόρτα της μητρόπολης. Σαν τον είδε κάποτε ο επίσκοπος να δίνει τόσο μικρή ελεημοσύνη, είπε στην αδερφή του: “Να, ο κύριος Γκεμποράν αγοράζει μιας πεντάρας παράδεισο”.

Μια μέρα, σ’ έναν έρανο, πλησίασε κάποιο κυνικό μαρκήσιο, που διακρινόταν για την τσιγγουνιά του. “Πρέπει να μου δώσετε κι εσείς, μαρκήσιε, τον οβολό σας”, του είπε χτυπώντας τον ελαφρά στο μπράτσο. “Σεβασμιότατε, έχω τους δικούς μου φτωχούς εγώ”, απάντησε ξερά ο μαρκήσιος. “Δεν τους παραχωρείτε σ’ εμένα;” του λέει τότε ο επίσκοπος.

Ένας φουκαράς, πάνω στην απόγνωσή του, αναγκάστηκε να φτιάξει κίβδηλα νομίσματα. Η γυναίκα του πιάστηκε από την αστυνομία, γιατί το πρώτο κίβδηλο νόμισμα θέλησε να το κυκλοφορήσει αυτή. Η ποινή για τους παραχαράκτες, την εποχή εκείνη, ήταν θάνατος. Οι αποδείξεις, ως εκείνη τη στιγμή, ήταν μόνο εναντίον της. Απ’ αυτή εξαρτιόταν και η σύλληψη του άντρα της. Όμως αρνήθηκε να κάνει αποκαλύψεις για να ελαφρύνει τη θέση της. Ο εισαγγελέας, βλέποντας την επιμονή της, κατάφερε με διάφορα τεχνάσματα να την πείσει  πως ο άντρας της την απατούσε. Αυτή τότε, πληγωμένη από ζήλια, τα είπε όλα. Όλοι σχολίαζαν το περιστατικό. Ο επίσκοπος δεν έλεγε τίποτα. Στο τέλος ρώτησε: “Και πού θα δικαστούν οι δύο αυτοί;” “Στο κακουργιοδικείο”. “Κι ο εισαγγελέας πού θα δικαστεί;” ρώτησε πάλι ο επίσκοπος.

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΟ "ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ" (1862)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΧ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ

Share in Facebook
Tweet it!