18 | 10 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΑΣ

Ήμουν 17 χρόνων και η ιδιωτική τηλεόραση μόλις ενός. Το «Mega Star», με την αλάνθαστη βιασύνη των πρωτοπόρων, έκανε δώρο τον μεταμοντερνισμό στη μικροαστική σαλοτραπεζαρία: βιντεοκλίπ που συνδύαζαν τον Lynch με τον Δαλιανίδη αναδείκνυαν ένα καινούριο είδος «λαϊκού», άσχετου τόσο με την καζαντζίδειο εκδοχή της ελληνικής Ανατολής, όσο και με τον στέρεο βηματισμό της ρεμπέτικης αστικής τραγουδοποιίας.

Πρώτοι σούπερσταρ του υβριδίου ήταν δύο μεταλλαγμένοι τραγουδιστές, δύο χελωνονιντζάκια ανάμεσα στους παλιούς λαϊκούς υπερήρωες, που δεν έξέφραζαν καν την αυτοκαταστροφικότητα της καψούρας, αλλά την καρναβαλίστικη παρωδία της: ο Πανταζής και η Αντζελα.

Απέναντι, η κουτοπόνηρη ρητορεία της Μεταπολίτευσης, τραγουδώντας για πάντα την «Τσιμινιέρα» σε στάδια , συνέχιζε να πλουτίζει, απομονώνοντας τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο και τον Μούτση στην περιοχή ενός ξεχασμένου ονείρου, ενός resort σε παραλία του '60, που με τα χρόνια έγινε φάντασμα.

Του Φοίβου Δεληβοριά - ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 20/03/2011

Αν, πάλι, έλεγες πως ακούς Σαββόπουλο, απομονωνόσουν απ' όλους κι αυτό γιατί η ποιητική του τρέλα -και μόνο αυτή, για μένα είναι σίγουρο -τον είχε οδηγήσει στην απελπισμένη σύγκρουση με τις βεβαιότητες του πασοκογενούς συστήματος και σε -αφελέστατες- αστοχίες τύπου «Μητσοτάκ» και συναυλιών στα στρατόπεδα.

Αυτοί, λοιπόν, οι δύο ασφυκτικοί κόσμοι του '90 - η ιδιωτική τηλεόραση και η αέναη Μεταπολίτευση- έκαναν εμένα και ελάχιστους φίλους μου -όσους ήταν γοητευμένοι παράκαιρα από το λαϊκό τραγούδι και την υπέροχη πνευματική του ιδιορρυθμία- να ψάχνουμε, μακριά από εφημερίδες και ραδιόφωνα, πού και πώς αυτό στ' αλήθεια συνεχιζόταν, ποιο ήταν το δικό του alternative. Πηγαίναμε στις παραστάσεις του Τζιμάκου και των «Χειμερινών» στο «Μετρό», βλέπαμε τις ταινίες του Τσιώλη και ανακαλύπταμε τα γραπτά του Βακαλόπουλου, αγοράζαμε στο Μοναστηράκι παλιά τεύχη του «Ντεφιού» και ρωτάγαμε παντού τι απέγινε ο μεγάλος τότε εξαφανισμένος: ο Μανώλης Ρασούλης.

Δεν υπερβάλλω: πέρασα δύο χρόνια αναζητώντας τον. Ακουγα καθημερινά τη «Γυφτιά» και τη «Χαρούλα», έβρισκα στο Μοναστηράκι τους δίσκους του με τον Νικολόπουλο, με τον -εγκληματικά υποτιμημένο- Πέτρο Βαγιόπουλο και με τον Γιώργο Γαβαλά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που ο Ηλίας Λιούγκος μου δάνεισε τα εξαντλημένα τεύχη του «Αυγού». Εφτασα μέχρι και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Ανδρου για να βρω ένα αντίτυπο του βιβλίου του για τον Θεόφιλο Καΐρη.

Δεν με απασχολούσε η ανισότητα των κειμένων (η πληθωρικότητα συχνά δεν τον προστάτευε από την κακογουστιά ), ούτε η -οσοδήποτε δικαιολογημένη- παραίτηση στην πικρία (που τον έκανε να ξεπερνάει συχνά το όριο του συνωμοσιολόγου). Κι αυτό γιατί από κάτω υπήρχε ακριβώς η λύση από την ασφυξία που περιέγραψα. Ενα ηλιόλουστο, μεσογειακό πνευματικό αίτημα που -στα τραγούδια ειδικά- ενώ πατούσε πάντα στο έδαφος του λαϊκού, απογειωνόταν στην ποίηση, αλλά όχι με την πολιτική- φιλολογική ενοχικότητα που ακύρωσε τους περισότερους από τους στιχουργούς του «έντεχνου». Ο Ρασούλης δεν φοβόταν ούτε το χιούμορ, ούτε το συγκεκριμένο. Επίσης -παρότι μονίμως προέβαλε ως κεντρική την μαθητεία του στον OSHO- δεν αποδρούσε ποτέ από το βαθύτερο συστατικό της ελληνικής Παιδείας: το θετικό πνευματικό «τέλος», τη σίγουρη ματιά προς το επέκεινα.

Και ξαφνικά το 1995 ξαναγύρισε. Παρέα με τον Βαγιόπουλο και άλλους παλιούς συνενόχους κυκλοφόρησαν το «Βαλκανιζατέρ». Είχαν προηγηθεί οι αφίξεις του Μάλαμα και του Περίδη, που ήταν τα πρώτα παιδιά του δικού του πνεύματος στην τραγουδοποιία. Η επιδραστικότητά τους ήταν τέτοια , που τα ραδιόφωνα άρχισαν να στριφογυρνούν και πάλι γύρω από τον «παρατημένο», ως τότε, δρόμο του. Η «Γυφτιά» έδειχνε να παίρνει για δεύτερη φορά την εκδίκησή της.

Μάθαμε ότι ο Ρασούλης ζούσε στη Θεσσαλονίκη κι ότι εμφανιζόταν στο «Πλατώ». Ενθουσιασμένος πήγα και τον βρήκα. Την επόμενη μέρα δώσαμε ένα ραντεβού στη «Ζώγια». Πήγα πετώντας. Με αντιμετώπισε με καχυποψία (μου είπε -μεταξύ σοβαρού και αστείου- πως με θεωρούσε πράκτορα του Σαββόπουλου), άκουγε απαθής τις ερωτήσεις μου για τα γραπτά του, μου είπε δυο-τρεις -γνωστές μου- ιστορίες απ' το δισκογραφικό του παρελθόν και μου χάρισε κι ένα παλιό βιβλίο του.

Γενικά έμεινα με την εντύπωση ενός μελαγχολικού ανθρώπου, με μια πίκρα παιδική, άλυτη, που τα αίτιά της ήταν το μόνο πράγμα που δεν είχε αντιμετωπίσει. Οι εξηγήσεις που έδινε ο ίδιος είχαν πάντοτε να κάνουν με το ότι δεν τον ακούγανε οι πολιτικές ηγεσίες, ότι υπάρχει μυστικός πόλεμος εναντίον του από διάφορα κέντρα και άλλες ανάλογες, από τις οποίες δεν τον έσωζε ούτε το ίδιο του το χιούμορ. Δύσκολα θα μπορούσα εγώ να τον πείσω ότι ο δρόμος του είχε ήδη χαραχτεί, το φωτεινό σημάδι του είχε βρει το στόχο του και ό,τι κι αν έκανε ο ίδιος -και οι όποιοι «άλλοι»- αυτό δεν θα μπορούσε πια ν' αλλάξει.

Τελευταία φορά τον είδα πριν από κανένα χρόνο. Παίζαμε σε μια κοινή εκδήλωση με αυτόν και τον Περίδη και με ανέβασε στη σκηνή να πούμε μαζί το «Νιώσε με». Μετά που μιλήσαμε για λίγο μου έλεγε για τη συμφιλίωσή του με τον Νικολόπουλο, για τα εκδοτικά του σχέδια, για τα ταξίδια του στη Μέση Ανατολή. Φαίνεται πως ο τρόπος του να συμφιλιωθεί με το δαιμόνιο που τον κατοικούσε ήταν να το αλλάξει από «διωκόμενο», σε «έτοιμο να σώσει τον κόσμο». Με συγκίνησε αυτό.

Η ιδιωτική τηλεόραση, όπως και η Μεταπολίτευση, συνεχίζονται ακόμα. Διαμαρτυρόμενες μάλιστα μερικές ώρες την ημέρα «γι' αυτούς που μας έσυραν στην κρίση». Το λαϊκό τραγούδι το συναντάμε πού και πού σε κάτι υπνωτισμένα δεκάλεπτα μέσα στα ταξί. Και η απομόνωση των συνθετών μας συνεχίζεται, ιδιαίτερα όταν τους πείθουν ότι παίζουν κεντρικό παιχνίδι.

Ολα αυτά, ωστόσο, μέσα σ' έναν κόσμο που τελειώνει σαν όνειρο, από στιγμή σε στιγμή. Γιατί σε έναν άλλο κόσμο, εκεί όπου τα τραγούδια του Μανώλη Ρασούλη δεν είναι μια εγκαταλελειμμένη ατραπός, ένα λαϊκό μελαγχολικό alternative, αλλά μια από τις κύριες λεωφόρους, τα πάντα άρχισαν εδώ και λίγες μέρες.

Share in Facebook
Tweet it!