18 | 10 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

10 ΜΙΚΡΟΙ ΗΡΩΕΣ

Δέκα μικρά κείμενα εμπνευσμένα από δέκα αγαπημένα συγγραφήματα της ελληνικής και παγκόσμιας μυθιστορίας...

 

Μία υποκειμενικώς αντικειμενική και ολίγον τι ξεκάρφωτη παρουσίαση των αντίστοιχων δέκα πρωταγωνιστών,

με τη βοήθεια χαρακτηριστικών φράσεων κι εκφράσεων,

παρμένων – κατά το μεγαλύτερο μέρος – από τα ίδια τα κείμενα.

 

 

1) Χόλντεν Κόλφιλντ – "Ο Φύλακας Στη Σίκαλη"

J. D. Salinger

Έιτζερστάουν, Πενσυλβάνια, δεκαετία του 1940. Κοίταξα κατά το λόφο. ’Κει πάνω, δίπλα στο κανόνι, στεκόταν ο Χόλντεν Κόλφιλντ, μες στην παγωνιά, φορώντας μονάχα το ντουμπλουφάς του, ούτε γάντια ούτε τίποτα. Κοίταζε κατά το γήπεδο του σχολείου και φαινόταν σα να ’λεγε: «κάλπηδες όλοι… και τα ρέστα». Ξαφνικά, το πήρε μονοκοπανιά ίσαμε τον κεντρικό δρόμο, στάθηκε λίγο ν’ ανασάνει και, πάλι τρεχάτος και παραπατώντας πάνω στον πάγο, χάθηκε στη γωνία.

 

 

 

 

 

 

 

2) Έμμα Γουντχάουζ – " Έμμα"

Jane Austen

Αρχές του 19ου αι. περπάτησα κατά το Αρχοντικό Χάρτφιλντ, στο Χάιμπερι, έξω απ’ το Λονδίνο και φτάνοντας σούρουπο, κοίταξα μέσα από το παράθυρο. Μπροστά στο μεγάλο τζάκι η Έμμα Γουντχάουζ καθόταν παίζοντας τάβλι με τον πατέρα της. Συχνά κατάφευγε σ’ αυτό, για να τον βοηθήσει να περάσει ανώδυνα το βράδυ, χωρίς να τον βαρύνει με τη δική της μελαγχολία. Η γκουβερνάντα της – και πιστή της φίλη – παντρεύτηκε και έτσι τώρα τα βράδια τους θα είναι ατελείωτα...

 

 

 

 

 

 

 

3) Σπύρος Βεργουδής – "Αποκριάτικη Νυχτιά"

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Εξακολούθησα το δρόμο μου στην Αθήνα του δεύτερου μισού του 19ου αι. και περνώντας απέναντι σ’ ένα στενό, μπήκα σε κάτι που ήτο ως αυλή, παμπάλαιος ευρεία, ακανόνιστος, με τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους. Το μάτι μου τράβηξε ο Σπύρος ο Βεργουδής, ο οποίος εάν δεν είχε τυχόν πώς να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρη δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα.

 

 

4) Βιρβιρίτσα – "Η Βιρβιρίτσα"

Γιώργος Βαλταδώρος

Από τα βάθη της γης, σ’ ένα χωριό της Καρδίτσας, αρχές του 20ου αι., μ’ ένα γέλιο κρυσταλλένιο, ακούστηκε μια φωνή: «Να πατέρα! Βροχή! Βροχή! Έγινα μούσκεμα!». Γύρισα και είδα τη Βιρβιρίτσα σκεπασμένη ως το λαιμό κιόλας με μια ζώνη από πολυτρίχια, ίτσια κι αγριόχορτα, πούπεφταν απάνω της σαν ένα πράσινο ξωτικό φόρεμα. Γελούσε, μουσκεμένη ολόκληρη τινάζοντας το πράσινο ρούχο της, σαν ένα πουλάκι που βγαίνει απ’ το νερό και ισιάζει τα βρεμένα φτερά του!

 

 

 

 

 

5) Ζυλιέν Σορέλ – "Το Κόκκινο Και Το Μαύρο"

Stendhal

Ξημέρωσε ένα πρωινό του 1830 και από τις απότομες και χιονισμένες βουνοκορφές της Βερά, κατεβαίνω προς τη μικρή γαλλική πόλη της Βεριέρ – με τα κατάλευκα σπίτια με τις μυτερές σκεπές από κόκκινο κεραμίδι – και προς την έπαυλη του κυρίου ντε Ρενάλ. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα βλέπω τον παιδαγωγό Ζυλιέν Σορέλ με το χοντρό βιολετί σακάκι κάτω από τη μασχάλη και κρατώντας την αναπνοή μου, ακούω τον αναστεναγμό του και τη μισοσβησμένη φωνή του: «Μη φοβάστε τίποτα, κυρία, θα κάνω ό,τι μου πείτε».

 

 

 

 

 

 

6) Νανά – "Νανά"

Émile Zola

Γύρισα στο Παρίσι του τέλους του 19ου αι. και περπάτησα βυθισμένος στις σκέψεις μου, ώσπου έφτασα στην οδό Μονμάρτρ. ‘Ένα γαλάζιο λαντό στεκότανε στην άκρη του δρόμου δίπλα σε μια λερή κοπέλα με φθαρμένα μποτίνια, δεκαοχτώ ετών το πολύ, με βελούδινα μάτια και ωραία μπουκλωτά σταχτοκίτρινα μαλλιά. Στην άμαξα καθόταν η Νανάμε το πανάκριβο μεταξωτό της γκρι περλέ φουστάνι των 4-5 χιλιάδων φράγκων, με τις δαντέλες και ανάμεσα σε δυο χασμουρητά την άκουσα να απευθύνεται στην κοπέλα και να την καλεί στην άμαξα λέγοντας: «Πο-πό, τους βαρέθηκα τους άντρες!»

 

 

 

 

 

7) Χένρι Τσινάσκι – "Με Τον Υπ’ Αριθμόν 1 Δημόσιο Κίνδυνο"

Charles Bukowski

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και να ’μαι στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ του 1942. Μπήκα και ανέβηκα τις σκάλες στο πρώτο κτίριο που είδα μπροστά μου. Δυο βλάκες με εμφάνιση χωρικών και σήματα του FBI κατέβαζαν τον Χένρι Τσινάσκι στο δρόμο. Από την ανοιχτή πόρτα του δωματίου του ακουγόταν Μπραμς, από το ραδιόφωνο. Ρίχνοντας μια ματιά, είδα πάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι πορτό κι ένα φτηνό πούρο που κάπνιζε ακόμα στο τασάκι. Αργότερα, έμαθα ότι τον ρίξανε στο ίδιο κελί με τον υπ’ αριθμόν 1 δημόσιο κίνδυνο και ατσίδα στη σύλληψη κοριών.

 

 

 

 

8) κυρία Αρνού – "Αισθηματική Αγωγή"

Gustave Flaubert

Δεκαετία του 1840 και επιστρέφω στο Παρίσι για να παρακαθίσω στο γεύμα, στην οικία του κυρίου Αρνού. Είναι ένας χώρος γαλήνιος, σεμνός και οικείος μαζί. Τυλιγμένη στη σκιά αρχικά, κάνει την είσοδό της η κυρία Αρνού, φορώντας ένα φόρεμα από μαύρο βελούδο και έχοντας πιασμένο στα μαλλιά της ένα μακρύ αλγερινό φιλέ από κόκκινο μετάξι. Όταν της συστήνουν τον κύριο Φρεντερίκ Μορό λέει: «Ω, τον θυμάμαι πολύ καλά τον κύριο».

 

 

 

 

 

 

 

9) Σέρλοκ Χόλμς – "Το Σκυλί Των Μπάσκερβιλ"

Sir Arthur Conan Doyle

Στο βάλτο, στην καλύβα με τη μισογκρεμισμένη στέγη, πέρα απ’ το Μπάσκερβιλ Χολ, στην Αγγλία εν έτη 1889, ο Σέρλοκ Χόλμς παραμονεύει καπνίζοντας την πίπα του. Οι αισθήσεις του είναι τεντωμένες σα χορδές πιάνου, καθώς προσπαθεί να διακρίνει μέσα από την ομίχλη. Στέκομαι αντίκρυ στον πετρώδη λοφίσκο, όταν ξαφνικά ανοίγει το σύννεφο και προβάλει ένα τεράστιο μαύρο πλάσμα, πιο διαβολικό απ’ το χειρότερο εφιάλτη ενός ταραγμένου μυαλού. Από το στόμα του βγαίνουν φλόγες, τα μάτια του λάμπουν δαιμονικά και η μουσούδα του ξεχωρίζει σα φλογισμένη μέσα στη νύχτα. Ακούγονται πυροβολισμοί κι ένα απαίσιο ουρλιαχτό…

 

 

 

 

 

10) πριγκίπισσα Μάρια Μπαλκόνσκι – "Πόλεμος Και Ειρήνη"

Lev Tolstoy

Το σωτήριο έτος 1805, φτάνω με κλειστό αμάξι στο χτήμα του πρίγκιπα Μπαλκόνσκι, 150 βέρστια από τη Μόσχα, στα Λίση Γκόρι. Η πριγκίπισσα Μάρια Μπαλκόνσκι είναι στο δωμάτιό της. Αφήνει το τετράδιο με τις ασκήσεις γεωμετρίας που της έδωσε να μελετήσει ο πατέρας της και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Εκεί μέσα αντικρίζει με τα μεγάλα και μελαγχολικά της μάτια το κακοφτιαγμένο, αδύνατο κορμί της και το λιπόσαρκο πρόσωπό της. Πιάνει και γράφει στη φίλη της, μεταξύ άλλων, τα εξής: «…όσο για το συνοικέσιο που με αφορά, θα σας πω, αγαπητή κι εξαίρετη φίλη, πως ο γάμος κατά τη γνώμη μου είναι ένας θεσμός θεϊκός, στον οποίο πρέπει να υποτασσόμεθα. Οσοδήποτε βαρύ κι αν θα ’ναι για μένα, αν ο Παντοδύναμος ευδοκήσει να μου επιβάλλει τα καθήκοντα της συζύγου και της μητρός, θα προσπαθήσω να τα εκπληρώσω όσο πιο πιστά δυνηθώ, χωρίς να ενδιαφέρομαι να εξετάζω τα αισθήματά μου αναφορικά με 'κείνον που ο Θεός θα μου δώσει για σύζυγο…».

Share in Facebook
Tweet it!