23 | 11 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΘΡΕΨΟΥΝ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΒΙΩΣΙΜΑ

Στα χέρια μιας χούφτας εταιρειών συγκεντρώνεται πλέον η παγκόσμια παραγωγή γεωργικών προϊόντων διατροφής, με ανυπολόγιστες συνέπειες για δισεκατομμύρια μικροκαλλιεργητές και καταναλωτές σε όλο τον πλανήτη.

Διεθνής μελέτη εμπειρογνωμόνων βιώσιμων συστημάτων διατροφής IPES («Too Big to Feed»), η οποία δημοσιοποιήθηκε πριν από λίγες ημέρες, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

Προειδοποιεί ότι οι μεγα-συγχωνεύσεις των τελευταίων χρόνων οδηγούν τον έλεγχο της παραγωγής σπόρων, αγροχημικών προϊόντων, λιπασμάτων, υπηρεσιών ζωικής γονιδιωματικής και του γεωργικού εξοπλισμού στα χέρια ελάχιστων εταιρειών, ενώ την ίδια στιγμή ακόμη μεγαλύτεροι παίκτες αναδύονται και στους κλάδους επεξεργασίας και λιανικού εμπορίου των γεωργικών τροφίμων.

Μπάμπης Μιχάλης - efsyn.gr - 23/10/2017

Η IPΕS -που μελετά τη συγκέντρωση της φυτικής αναπαραγωγής και την ανάπτυξη των φυτοφαρμάκων από τα μέσα της δεκαετίας του ’70- υπογραμμίζει στη μελέτη της ότι παρά τις προσπάθειες κολοσσών μεγέθους της General Electric (στη δεκαετία του 1920), της Standard Oil (στις δεκαετίες 1950 και 1960) και της Royal Dutch Shell (στη δεκαετία του 1070) να μπουν στην αγορά σπόρων για να κερδοσκοπήσουν, η εμπορική φυτική αναπαραγωγή παρέμεινε ώς τη δεκαετία του 1970 σχεδόν αποκλειστικά υπό τον έλεγχο του δημόσιου τομέα, των συνεταιρισμών και μικρών οικογενειακών εταιρειών παραγωγής σπόρων.

Εκείνη την εποχή, εμπνευσμένες από τις δυνητικές συνέργειες μεταξύ της γενετικής στη φυτική αναπαραγωγή και της ανάπτυξης των φυτοφαρμάκων, οι εταιρείες ενεπλάκησαν στη φαρμακευτική έρευνα και χημικές εταιρείες άρχισαν να εξαγοράζουν μικρές εταιρείες σπόρων. Ωστόσο, καμία δεν κατάφερε να ελέγξει μερίδιο μεγαλύτερο του 1% στις παγκόσμιες πωλήσεις σπόρων.

Σήμερα, μόνο έξι επιχειρήσεις ελέγχουν το 60% της παγκόσμιας αγοράς σπόρων και το 70% της αγοράς φυτοφαρμάκων.

Κινητήρια δύναμη αυτής της υπερσυγκέντρωσης όπως και στο παρελθόν είναι η εκμετάλλευση των νέων τεχνολογιών.

Στις δεκαετίες 1970 και 1980, οι επιχειρήσεις επένδυσαν στη δυνατότητα που τους έδιναν οι νέες βιοτεχνολογίες προκειμένου να αναπτύξουν ανθεκτικές στα ζιζανιοκτόνα ποικιλίες φυτών πωλώντας στους καλλιεργητές τους νέους σπόρους μαζί με τα φυτοφάρμακα.

Οι εταιρείες εστίασαν στους νέους (μεταλλαγμένους αρκετές φορές) σπόρους, αφού η ανάπτυξη νέων χημικών φυτοφαρμάκων ήταν πιο ακριβή και κέρδισαν και από τα δύο.

Σήμερα, οι νέες τεχνολογίες που τροφοδοτούν τις συγχωνεύσεις είναι τα «Μεγάλα Δεδομένα» (Big Data).

H κάθετη και επί της ουσίας ανεξέλεγκτη συγχώνευση του κλάδου έχει στόχο τον έλεγχο των Big Data που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να έχουν υπηρεσίες δορυφορικών δεδομένων, παροχή συντελεστών παραγωγής (σπόροι, λιπάσματα κ.λπ.), πληροφορίες γονιδιωματικής αγροκτήματος, εξοπλισμό και πληροφορίες της αγοράς κάτω από την ίδια στέγη και να μεταλλάσσουν μέσω αυτών τη συνολική διαδικασία παραγωγής.

Η ύψους 66 δισ. δολαρίων εξαγορά της Monsanto από την Bayer αυτόν τον στόχο εξυπηρετεί: τον έλεγχο μιας ραγδαία αναπτυσσόμενης ψηφιακής γεωργίας όπου η «ακριβής καλλιέργεια» καθοδηγείται από την παροχή προσαρμοσμένων υπηρεσιών προς τους γεωργούς.

Διόλου τυχαίο δεν είναι ότι σε αυτό το νέο Ελντοράντο της φύσης επενδύουν κορυφαίοι παίκτες του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι οποίοι όπως πάντα αναζητούν την καλύτερη απόδοση.

BlackRock, Capital Group, Fidelity, Vanguard Group, SSG και NBIM κατείχαν -προ των μεγα-συγχωνεύσεων του κλάδου- συνολικά το 24,3% της Monsanto, τo 20% της Bayer, το 21,7% της Dow, το 33,3% της Dupont, το 14,6% της Syngenta και το 15,5% της BASF (δηλαδή των 6 μεγαλύτερων αγροχημικών εταιρειών του κόσμου).

Αυτή η ραγδαία αυξανόμενη υπερσυγκέντρωση ενισχύει όπως είναι φυσικό και το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής τροφίμων, οξύνοντας τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις που αυτό έχει ενώ επιδεινώνει τις υπάρχουσες ανισορροπίες ισχύος.

Η υπερσυγκέντρωση καθιστά ακόμη πιο εξαρτημένους τους αγρότες από μια χούφτα προμηθευτές και αγοραστές.

Συμπιέζει περαιτέρω τα εισοδήματά τους, ενώ συρρικνώνει την ικανότητά τους να επιλέξουν τι θα καλλιεργήσουν, πώς να το κάνουν και για ποιον.

Η υπερσυγκέντρωση συρρικνώνει ακόμη τον σκοπό της επιστημονικής έρευνας και καινοτομίας στην αγροτική παραγωγή.

Οι μεγάλοι παίκτες εξαγοράζουν τις καινοτόμες εταιρείες και στρέφουν κυρίως τους πόρους τους σε αμυντικού τύπου επενδύσεις (π.χ. για τη διασφάλιση μιας πολυετούς πατέντας ή του μεριδίου αγοράς που κατέχουν).

Ετσι, από την έναρξη των μεγα-συγχωνεύσεων στον κλάδο δεν εισήχθη κανένα ένα νέο είδος στο ευρωπαϊκό σύστημα διατροφής αφού οι κυρίαρχες εταιρείες συγκεντρώνουν πάνω από το 40% των δαπανών τους για έρευνα σε μόνο μία καλλιέργεια: το καλαμπόκι.

Οι κυρίαρχες εταιρείες, τονίζει εν κατακλείδι η έκθεση της IPES, έχουν γίνει πολύ μεγάλες για να θρέψουν (Too big to Feed) με βιώσιμο τρόπο την ανθρωπότητα, υπερβολικά μεγάλες για να λειτουργήσουν με δίκαιους όρους έναντι των άλλων φορέων συστημάτων διατροφής και πολύ μεγάλες για να οδηγήσουν στα είδη της καινοτομίας που χρειαζόμαστε. Ο έλεγχος και η ρύθμισή τους επείγει όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.

Share in Facebook
Tweet it!