15 | 12 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Είμαστε «Ελληναράδες» ή «δυστυχισμένοι που είμαστε Ελληνες;» Είναι η Ελλάδα «η κοιτίδα του πολιτισμού» ή «βδέλυγμα»;

Είναι η γερμανική κυβέρνηση το «τέταρτο Ράιχ» και οι μνημονιακοί πολιτικοί, «γερμανοτσολιάδες», ή για την κρίση φταίει «η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης»;

Ολα τα ακούσαμε από τα ιδιωτικά κανάλια, από τα κοινοβουλευτικά έδρανα ή και από τα χείλη κάποιων διανοουμένων.

Παρότι τα τελευταία 100 χρόνια πλήθος εγχειρίδια Ιστορίας αποσύρθηκαν από τα σχολεία για λόγους εθνικούς (βλ. και «Εφ.Συν.» 23-10-2015), η αλήθεια είναι πως η καθημερινή μας εμπειρία και δραστηριότητες όπως οι πολύ δημοφιλείς τους τελευταίους μήνες «ιστορικοί περίπατοι» στην Αθήνα αποδεικνύουν πως υπάρχουν πολύ ισχυρότεροι διαμορφωτές ιστορικής συνείδησης απ’ ό,τι το σχολείο: είναι η τηλεόραση, ο Τύπος, το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Μικέλα Χαρτουλάρη - efsyn.gr - 06/11/2015

Ποιος λοιπόν διαμορφώνει εντέλει την αίσθηση της Ιστορίας που αποκτούν οι μαθητές; Το περιβάλλον έξω από το σχολείο ή η διδασκαλία μέσα στο σχολείο;

«Η ιστορική κουλτούρα μοιάζει με το JurassicPark» σχολιάζει παραστατικά ο καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αντώνης Λιάκος.

«Εκεί που ταξινομείς τους σκελετούς των δεινοσαύρων, ξαφνικά μερικοί ζωντανεύουν και αρχίζουν και κυνηγούν τους ζωντανούς. Κοιτάξτε πώς ξαναπήρε σάρκα και οστά και πώς χρησιμοποιείται αυτή η παλιά υπόθεση Μέρτεν για τον δωσιλογισμό στην κατοχική Θεσσαλονίκη, με την αποκάλυψη του εγγράφου που αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν πράκτορας των Γερμανών. Κάπου εκεί που νόμιζες ότι το παρελθόν έχει πεθάνει και ότι η ιστορία το έχει κηδέψει και το έχει ταξινομήσει στις δέλτους της, τσουπ! πετάγεται και καταλύει τη διάκριση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν.

»Πώς προετοιμάζονται οι μαθητές για κάτι τέτοιο; Παλιότερα ξέραμε πως το σχολείο σφυρηλατεί την εθνική συνείδηση. Τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα αυτό είχε νόημα. Οι Αρβανίτες της Αττικής, οι Βλάχοι της Πίνδου, οι Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας, οι καθολικοί των Κυκλάδων, οι Εβραίοι της Σαλονίκης, οι τουρκόφωνοι Καππαδόκες και Λαζοί έπρεπε να μάθουν ότι ήταν Ελληνες και ότι είχαν προ-παππούδες τους Αρχαίους, παππούδες τους Βυζαντινούς και πατεράδες τους ήρωες του '21.

»Σήμερα όμως αυτό που το λένε “Ιστορία” στο σχολείο, δεν συναντά αυτό που σημαίνει “Ιστορία” στην εξωσχολική ζωή».

Συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη

• Πράγματι. Το σχολείο δεν φαίνεται να προβληματίζεται π.χ. για το ποια Ιστορία θα διδάξει στα παιδιά των μεταναστών, παρότι το ποσοστό τους στις μαθητικές κοινότητες είναι υψηλό…

Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η διαμόρφωση της εθνικής αλλά της ιστορικής συνείδησης.

Διότι η εθνική, ή οι πολλαπλές συνειδήσεις του συνανήκειν, εμπεριέχονται στην ιστορική συνείδηση.

Αρα το ζητούμενο είναι ποια Ιστορία θα αφορά και τα μεταναστάκια, ποια ιστορία θα διαμορφώσει και τη δική τους ιστορική συνείδηση, και θα τα μεταμορφώσει σε πολίτες· σε συμπολίτες μας.

Κατά τη δική μου γνώμη, η ιστορική συνείδηση μπορεί να λειτουργήσει γενικότερα ως συγκολλητική ουσία.

Ιδίως σε κοινωνίες σαν τις σημερινές, οι οποίες βιώνουν κρίσεις που τις κατακερματίζουν, τις κονιορτοποιούν.

Επομένως, το ερώτημα είναι πώς θα διαμορφωθεί μια ιστορική συνείδηση με δυνατότητες να λειτουργήσει ως βάση αλληλοαναγνώρισης και διαλόγου.

• Το πρόβλημα είναι ότι στις σχολικές τάξεις η Ιστορία δεν κεντρίζει τα παιδιά, που συχνά τη βαριούνται αφόρητα.

Γι’ αυτό είναι επείγον να επανακαθοριστεί το περιεχόμενό της, αλλά και οι τρόποι εξοικείωσης με την Ιστορία, οι τρόποι να σκεφτόμαστε την Ιστορία πληθυντικά.

Στον βαθμό που η πηγή γνώσης έπαψε να είναι το βιβλίο, χρειάζεται να δει κανείς τη σχέση με την Ιστορία σε ένα ευρύτερο πεδίο.

Τα μουσεία και οι ιστορικοί τόποι, η ιστορική ανάγνωση της πόλης, η προφορική ιστορία, ο κινηματογράφος, το θέατρο, όλα αυτά θα πρέπει να ενταχθούν σε μια ολιστική προσέγγιση, η οποία δεν θα περιορίζει τη σχέση με την Ιστορία στην τάξη, στο διδακτικό βιβλίο και στις εξετάσεις.

• Αυτά ακούγονται ωραία αλλά τα δημόσια σχολεία δεν έχουν καλά καλά καθηγητές. Και οι όποιοι καθηγητές, σπάνια έχουν αυτόν τον ορίζοντα γνώσεων…

Εδώ διαφωνώ. Το γεγονός ότι το σχολείο βρίσκεται σε κατάσταση πενίας, κι ότι πρέπει να πασχίζει κανείς να λύσει τα άμεσα προβλήματα, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να παραιτηθούμε από τα οράματα για τις μεγάλες αλλαγές, με συναίσθηση της ιστορικότητας της εποχής.

Σίγουρα λοιπόν χρειάζεται ευελιξία. Αλλά πρώτα απ’ όλα χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η γεγονοτολογία δεν είναι Ιστορία.

Δεν φτάνει να ξέρει κανείς γεγονότα για να διδάξει Ιστορία. Απουσιάζει δηλαδή η προβληματική της ιστορικής σκέψης τόσο γενικά όσο και ειδικά από την προετοιμασία των καθηγητών που θα διδάξουν Ιστορία.

Η αδυναμία της σχολικής Ιστορίας επιδεινώνεται επίσης από το γεγονός ότι, τουλάχιστον σε Γυμνάσιο και Λύκειο, διδάσκεται συχνά από καθηγητές άλλων ειδικοτήτων που δεν έχουν διδαχτεί ποτέ Ιστορία.

Οπότε η ανασφάλεια, ωθεί στην προσκόλληση στο γράμμα του εγχειριδίου και στην απαίτηση μηχανικής αναπαραγωγής του από τους μαθητές.

Ομως υπάρχουν λύσεις. Μία από αυτές είναι να εισαχθεί στα πανεπιστήμια η πρωτεύουσα και δευτερεύουσα ειδικότητα.

Σπουδάζεις φιλόλογος ή φυσικός ως πρωτεύουσα ειδικότητα;

Γιατί να μη σπουδάσεις και ιστορικός ως δευτερεύουσα ειδικότητα, και το αντίστροφο;

Επίσης, να διδάσκεις σε περισσότερα του ενός σχολεία, όπου είναι εφικτό. Ομως να δούμε σοβαρά και τη μετεκπαίδευση των καθηγητών: κάθε 7 χρόνια, ένα χρόνο στα πανεπιστημιακά έδρανα.

• Ουσιαστικά μιλάτε για μια διαφορετική αφετηρία στο ίδιο το περιεχόμενο του αναλυτικού προγράμματος…

Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, το παιδί που βλέπει ταινίες παρα-μυθολογικού περιεχομένου με ήρωα τον Πέρσι Τζάκσον, αλλά βλέπει στην τηλεόραση και τον Τσίπρα να καταθέτει στεφάνι στο μνημείο πεσόντων της Καισαριανής, έχει ανάγκη τόσο τη μυθολογία (αρχαία και νεότερη) όσο και την ιστορικοποίηση του χώρου που το περιβάλλει (μικροϊστορία, προφορική Ιστορία).

Σήμερα χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα που θα εξοικειώνει τα παιδιά με την ιστορία του τόπου τους (τοπική Ιστορία), με την ιστορία της πατρίδας τους (Ιστορία του σχηματισμού, του περιεχομένου και της εξέλιξης της εθνικής ταυτότητας), με την ιστορία της εξέλιξης και της πορείας του ανθρώπινου γένους (μακροϊστορία), με τους ρυθμούς ανάπτυξης της ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας Ιστορίας και, τέλος, με τα προβλήματα της πολύ πρόσφατης Ιστορίας, από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και έπειτα, με σταθμούς τα μεγάλα ζητήματα που μας απασχολούν και σήμερα (Ιστορία του παρόντος).

Χρειάζεται δηλαδή να φύγουμε από την ανακύκλωση τρεις φορές της Αρχαίας, Βυζαντινής και Νεότερης Ιστορίας που έχει κέντρο την Ελλάδα, και να προχωρήσουμε σε μια ευρεία αναδόμηση του προγράμματος.

Αν δεν γίνει τώρα, πότε θα γίνει;

Ακαμπτη υπερορθοδοξία

Ο κορσές της επίσημης Ιστορίας είναι πολύ στενός. Ο σάλος που προέκυψε από τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη είναι χαρακτηριστικός.

Αυτοί που ενοχλήθηκαν θέλουν την κεφαλή του επί πίνακι. Και η εμπειρία έχει δείξει ότι κάθε απόπειρα σοβαρής αλλαγής στο μάθημα της Ιστορίας κινδυνεύει να εκτροχιαστεί σε έναν άλλο πόλεμο ιστορίας...

«Το ζήτημα δεν είναι αυτοί που θέλουν την κεφαλή του Φίλη επί πίνακι», σχολιάζει ο Αντώνης Λιάκος, «αλλά ότι δημιουργείται μια άκαμπτη υπερορθοδοξία γύρω από αυτά τα ζητήματα.

Αύριο οι επίσημες θέσεις θα θέλουν να βρίσκονται μέσα στα σχολικά εγχειρίδια, δεν θα τολμούν οι δάσκαλοι να μιλήσουν διαφορετικά. Δικτατορία στην ιστορία!

Αρα, συναγερμός και ετοιμότητα. Πώς προετοιμάζει το σχολείο τους μαθητές απέναντι σε κρίσεις πανικού, όπως αυτή που ξεσηκώθηκε για το ψευτοδίλημμα αν οι σφαγές των Ποντίων θα ονομαστούν “εθνοκάθαρση” ή “γενοκτονία”;

»Οι πολλαπλές σχέσεις των σύγχρονων κοινωνιών με το παρελθόν, που πότε είναι νεκρό και πότε επιστρέφει σαν αιμοβόρο φάντασμα, θα πρέπει να είναι αντικείμενο του ιστορικού αναστοχασμού ο οποίος πρέπει να γίνει αντικείμενο εκπαίδευσης.

»Οσες απόπειρες έγιναν έως τώρα για να μεταρρυθμιστεί το μάθημα, σκόνταψαν στην πολιτική εκμετάλλευση της νοσταλγίας “γιατί να μη μαθαίνουν τα παιδιά μας όσα μάθαιναν και οι πατεράδες μας;”

»Επομένως νέα γνώση, νέες προσεγγίσεις προκαλούν δυσανεξία. Γιατί; Διότι η κυρίαρχη ανάθεση στο μάθημα της Ιστορίας είναι η ταυτοτική.

Πιστεύω εντούτοις πως υπάρχουν τρόποι ώστε το μάθημα της Ιστορίας να καλύπτει ταυτόχρονα τις ανάγκες της οικειότητας και τις ανάγκες της ενημέρωσης, ώστε ο μαθητής και αυριανός πολίτης να καταλαβαίνει σε ποιον κόσμο ζει και θα ζήσει, αλλά και να μη βλέπει αυτό τον κόσμο γαλανόλευκο και ανάδελφο· να μην αισθάνεται ούτε “περιούσιος λαός” ούτε “βδέλυγμα”.

Το αίμα που χύθηκε στο παρελθόν, να μη σκιάζει σήμερα τη ματιά του στη συνολική επανεκτίμηση της Ιστορίας».

Δημόσιες συζητήσεις, ανοιχτές προκηρύξεις

Πνεύμα ριζοσπαστικό και διεισδυτικό, ιστορικός που παρεμβαίνει συχνά στη δημόσια σφαίρα, βραβευμένος το 2012 με Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το βιβλίο του Αποκάλυψη, ουτοπία, ιστορία (Πόλις), με μεγάλο συγγραφικό έργο στο ενεργητικό του για τη νεότερη και σύγχρονη Ιστορία και για τη θεωρία της Ιστορίας, ο Α. Λιάκος έχει δημιουργήσει «σχολή» διδάσκοντας στο ΑΠΘ (1981-1990), στο ΕΚΠΑ (από το 1990), και σε σημαντικά ξένα πανεπιστήμια.

Από πέρσι απευθύνεται και στο ευρύτερο κοινό οργανώνοντας κάθε μήνα στο Polis Art Cafe μαζί με το ηλεκτρονικό περιοδικό chronosmag.eu, δημόσιες συζητήσεις γύρω από επίκαιρα θέματα που καθρεφτίζονται σε κρίσιμες ιστορικές-κοινωνικές-οικονομικές μελέτες. Την ερχόμενη Τρίτη (10/11, 7 μ.μ.) θα συγκεντρώσει στο ίδιο τραπέζι τους: Σία Αναγνωστοπούλου, Ελένη Αποστολίδου, Κώστα Γαβρόγλου, Χριστίνα Κουλούρη, Βασιλική Σακκά, με θέμα, τι άλλο; «Η θέση της Ιστορίας στο σχολείο και πώς θα την αλλάξουμε».

Η δική του πάντως πρόταση για τα εγχειρίδια διδασκαλίας είναι καταρχήν ότι: «Δεν χρειάζεται ενιαίο κρατικό βιβλίο για όλες τις τάξεις. Μπορούν να υπάρχουν περισσότερα του ενός εγχειρίδια, από τα οποία να επιλέγουν καθηγητές και μαθητές. Να γράφονται με ανοιχτή προκήρυξη, να κρίνονται από επιτροπές ειδικών με συμμετοχή από το εσωτερικό και το εξωτερικό, να πληρούν ορισμένα minimum κριτήρια. Ακόμη και η σύνταξη του αναλυτικού προγράμματος, θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ανοιχτής προκήρυξης και διαφανούς αξιολόγησης».

Share in Facebook
Tweet it!