23 | 11 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΔΥΝΑΜΗΝ ΨΥΧΑΣΘΕΝΕΙΣ

Η σχιζοφρένεια είναι πιθανότατα η ψυχική διαταραχή που προκαλεί την μεγαλύτερη υποκειμενική δυσφορία και αναπηρία. Τα πρώτα σημεία της σχιζοφρένειας τείνουν να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της εφηβείας ή της νεαρής ενήλικου ζωής. Τα συμπτώματά της προκαλούν σύγχυση και μπορεί να προκαλέσουν δυσφορία στους φίλους και την οικογένεια του πάσχοντος.

Οι άνθρωποι που πάσχουν από σχιζοφρένια παρουσιάζουν προβλήματα στις νοητικές τους διαδικασίες. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε ψευδαισθήσεις, παραλήρημα, αποδιοργανωμένη σκέψη και παράδοξο λόγο ή συμπεριφορά.

Τα συμπτώματα της διαταραχής επηρεάζουν την ικανότητα του ατόμου να αλληλεπιδρά με άλλους ανθρώπους και συχνά οι πάσχοντες αποσύρονται από την πραγματικότητα που τους περιβάλλει.

...και η στρωμένη ζωούλα μας συνεχίζεται...

Αντίθετα με τις διαδεδομένες αντιλήψεις, οι άνθρωποι που πάσχουν από σχιζοφρένεια δεν έχουν «διχασμένες προσωπικότητες». Μια άλλη συχνή πεποίθηση του κοινού είναι ότι οι σχιζοφρενείς είναι επικίνδυνοι. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι που πάσχουν από σχιζοφρενική διαταραχή μπορεί να γίνουν επικίνδυνοι αλλά συνήθως μόνο κατά τη διάρκεια των οξέων επεισοδίων της νόσου. Για να είμαστε δίκαιοι, οι άνθρωποι που πάσχουν από σχιζοφρένεια είναι πιο πιθανό να γίνουν θύματα βίας παρά να προβούν οι ίδιοι σε βίαιες ενέργειες.

Η σχιζοφρένεια είναι μια χρόνια νόσος και η πλειονότητα των ασθενών έχουν ανάγκη δια βίου θεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι θα υπολείπονται σε ευκαιρίες επαγγελματικής σταδιοδρομίας, αλλά και σε σταθερές κοινωνικές σχέσεις και φιλίες. Εξ αιτίας, δε, της έλλειψης κατανόησης από τον ευρύ κοινωνικό περίγυρο, οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια συχνά αισθάνονται απομονωμένοι και στιγματισμένοι και μπορεί να είναι απρόθυμοι ή ανήμποροι να μιλήσουν για την πάθησή τους.

Παρά, δε, την διαθεσιμότητα νέων φαρμάκων με σπανιότερες και λιγότερο σοβαρές παρενέργειες σε σχέση με τα παλαιότερα, μόνο ένας στους πέντε ασθενείς «αναρρώνει» από τη νόσο, ενώ ένας στους δέκα πάσχοντες από σχιζοφρένεια αυτοκτονεί.

Η σχιζοφρένεια προκαλεί δυσφορία σε όλους τους εμπλεκόμενους. Οι ίδιοι οι ασθενείς προφανώς υποφέρουν από την διαταραχή της ζωής τους. Οι συγγενείς και φίλοι τους επίσης θα επηρεαστούν συναισθηματικά και θα επιβαρυνθούν και εξ αιτίας των επιπτώσεων της νόσου στον συγγενή τους αλλά και εξ αιτίας του ότι επωμίζονται το βάρος της φροντίδας του οικείου τους προσώπου. Το να έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολο για τους συγγενείς και φίλους του πάσχοντα, οι οποίοι διατηρούν την ανάμνηση του αγαπημένου τους προσώπου πριν αρρωστήσει.

Αντίθετα με τις ξεκάθαρες αποδείξεις περί του αντιθέτου, πολλοί άνθρωποι ακόμα διατηρούν την πεποίθηση ότι η σχιζοφρένεια είναι ένα πρότυπο συμπεριφοράς, το οποίο προκαλείται από ελλιπή γονική φροντίδα ή από έλλειψη ισχύος της θέλησης. Τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Η σχιζοφρένεια είναι μια πολύ σύνθετη ασθένεια και οι επιστήμονες πιστεύουν ότι προκαλείται από έναν ορισμένο αριθμό διαφορετικών παραγόντων, οι οποίοι δρουν συνεργικά. Οι παράγοντες αυτοί συμπεριλαμβάνουν: γενετικές επιδράσεις, τραυματισμούς στον εγκέφαλο που επισυνέβησαν προγεννητικά ή κοντά στη γέννηση, καθώς και τα αποτελέσματα της κοινωνικής απομόνωσης ή/και του stress. Σε μερικές, δε, περιπτώσεις, η χρήση ναρκωτικών όπως η κάνναβη μπορεί να είναι ένας ακόμα συνεργικός παράγοντας. Παρόλα αυτά κανένας μεμονωμένος παράγοντας δε έχει ακόμα αναγνωριστεί ως η αποκλειστική αιτία της σχιζοφρένειας.

Η σχιζοφρένεια προσβάλλει ένα ποσοστό ανάμεσα στο 1 με 2% του πληθυσμού. Η πάθηση αυτή είναι οικουμενική και η επίπτωσή της (δηλαδή η συχνότητά της εμφάνισής της) είναι ίδια σε διαφορετικές χώρες και διαφορετικές κουλτούρες. Άνδρες και γυναίκες διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο να αναπτύξουν τη νόσο. Παρά ταύτα, οι μεν άνδρες τείνουν να εμφανίσουν τη νόσο ανάμεσα στο 16ο και το 25ο έτος της ηλικίας τους, οι, δε, περισσότερες γυναίκες εμφανίζουν τα συμπτώματα της νόσου ανάμεσα στο 25ο και το 30ο έτος της ηλικίας τους.

Οι φαρμακευτικές ή άλλες θεραπευτικές παρεμβάσεις μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά στη μείωση και τον έλεγχο των συμπτωμάτων της νόσου όταν ακολουθούνται συστηματικά και σύμφωνα με τις οδηγίες των θεραπόντων. Παρόλα αυτά, αρκετοί άνθρωποι δεν επωφελούνται από τις διαθέσιμες θεραπείες ή πρώιμα διακόπτουν την αγωγή τους λόγω των ανεπιθύμητων παρενεργειών των φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων της αύξησης σωματικού βάρους ή της δυσανεξίας στη φαρμακευτική αγωγή. Ακόμα και σε περιπτώσεις που η αγωγή είναι αποτελεσματική, πολλές φορές οι πάσχοντες συναντούν δυσκολίες στην διατήρησή της. Οι χαμένες ευκαιρίες σταδιοδρομίας, το κοινωνικό στίγμα, τα συνεχιζόμενα συμπτώματα ή/και οι παρενέργειες μπορεί να προκαλέσουν μεγάλες δυσκολίες στους ασθενείς και να τους αποτρέψουν από το να διάγουν ένα φυσιολογικό βίο.

Η χρήση ουσιών είναι μια κοινή ανησυχία των συγγενών των πασχόντων. Μερικοί άνθρωποι που κάνουν χρήση ναρκωτικών μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα που είναι πολύ παρόμοια με εκείνα της σχιζοφρένειας. Συνακόλουθα, συχνά οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια, μπορεί να εκληφθούν ως τοξικομανείς. Πολύ, δε, περισσότερο που οι ασθενείς από σχιζοφρένεια συχνά κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή/και ναρκωτικών και μπορεί να αντιδράσουν πολύ άσχημα υπό την επήρεια κάποιων ουσιών. Τέλος, η χρήση ουσιών μπορεί να μειώσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της λαμβανόμενης θεραπείας.

Διεγερτικά, όπως οι αμφεταμίνες ή η κοκαΐνη ή ναρκωτικά όπως το PCP ή η μαριχουάνα, μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα και να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της νόσου. Η, δε, χρήση ουσιών μειώνει τις πιθανότητες να ακολουθήσουν οι ασθενείς τις οδηγίες των θεραπευτών τους και να λαμβάνουν την αγωγή τους όπως τους έχει υποδειχθεί.

Η πιο συχνή μορφή κατάχρησης ουσιών σε πάσχοντες από σχιζοφρένεια είναι η εξάρτηση από την νικοτίνη που επέρχεται με το κάπνισμα. Οι ασθενείς με σχιζοφρένεια έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να είναι καπνιστές από το γενικό πληθυσμό. Εκτός αυτού, η σχέση ανάμεσα στο κάπνισμα και την σχιζοφρένεια είναι σύνθετη και το κάπνισμα τείνει να επηρεάζει την ανταπόκριση των ασθενών στην φαρμακευτική αγωγή. Για παράδειγμα ένας ασθενής που καπνίζει μπορεί να χρειαστεί να λάβει μεγαλύτερη δοσολογία αντιψυχωσικών φαρμάκων από ότι ένας μη καπνιστής.

Από το www.psychiatry24x7.gr

 

Share in Facebook
Tweet it!