23 | 11 | 2017

Κύριες επιλογές
Χρονική ταξινόμηση άρθρων
Powered by mod LCA
Οι Ειδήσεις από...

ΤΑ ΚΑΛΙΑΡΝΤΑ

"Καλιαρντά, ἤτοι τὸ γλωσσικὸν ἰδίωμα τῶν κιναίδων, ὅπερ παρ' αὐτοῖς εἶναι γνωστὸν καὶ ὡς καλιαρντὴ ἢ καλιάρντω, καὶ ὡς τζιναβωτά, καὶ ὡς λιάρντω ἢ ντούρα λιάρντα, καὶ ὡς λατινικὰ ἢ βαθιὰ λατινικά, ἤ, ἁπλῶς, ἐτροῦσκα, καὶ ὡς λουμπινίστικα ἢ φραγκολουμπινίστικα."

Ηλία Πετρόπουλου "Τα Καλιαρντά" - 1971

Ο Ηλίας Πετρόπουλος (1928-2003) ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τα καλιαρντά. Πρωτάκουσε τις «λουμπινίστικες» λέξεις,όταν ήταν ακόμα γυμνασιόπαιδο. Τις ξανάκουσε, από εργάτες, όταν δούλευε μαζί τους στη Θεσσαλονίκη, τη δεκαετία του ’40. Και τις εμπέδωσε στο μεγάλο πάρκο της πόλης, όπου είχε διοριστεί φύλακας (1946-49) και σύχναζαν «σαλταδόροι, πουτάνες, νταβατζήδες, κλεφτρόνια, χασίκλες και παπατζήδες».

Τα καλιαρντά είναι μια ιδιωματική διάλεκτος των ομοφυλοφίλων. Δημιουργήθηκαν από την ανάγκη των ομοφυλόφιλων για έναν κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους, χωρίς να τους αντιλαμβάνεται το εχθρικό περιβάλλον, που τότε επικρατούσε.

Τα καλιαρντά αναπτύχθηκαν με τα χρόνια, απέκτησαν ελληνικές καταλήξεις και επηρεάστηκαν από την τουρκική, γαλλική και ιταλική γλώσσα.

Τα καλιαρντά διακρίνονται σε δύο επίπεδα: στα απλά καλιαρντά που είναι πιο διαδεδομένα, και στα ντούρα καλιαρντά που έχουν πολλά στοιχεία της καθαρεύουσας.

Στις μέρες μας τα καλιαρντά δεν θεωρούνται κρυφή γλώσσα, μια και με την πάροδο του χρόνου ο λαός έμαθε αυτή τη διάλεκτο μέσα από την τηλεόραση. Δεν υπάρχει πλήρως και επισήμως καταγεγραμμένη σε ελληνικά λεξικά από ινστιτούτα μελέτης και καταγραφής της γλώσσας, πράγμα που κατατάσσει τη διάλεκτο αυτή στις "διαλέκτους του δρόμου".

Ένα δείγμα:

Αβέλω’ δίνω, παίρνω, κάνω, βάζω, βγάζω, επιθυμώ, έχω, θέλω’ ρήμα-κλειδί,που πάντα συσχετίζεται με τα συμφραζόμενα , και, που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από το κοινό ρήμα θέλω’ ταυτόσημο το βουέλω’ ανάλογο το ρεμπέτικο κουσουμάρω.

Κατές, αντωνυμία’ αυτός’ αγνώστου ετύμου’ θηλυκό και ουδέτερο άκλιτα(κατέ)

Κουλό, το' σκατό' ίσως από το γνωστό κουλές (τουρκικά kule=πύργος)' δεν αποκλείεται όμως η καταγωγή από το ιταλικό culo (=πάτος, πρωκτός)

Κουραβάλω' συνουσιάζομαι (ενεργητικώς)' το ρήμα στη μέση φωνή λαμβάνει παθητικήν σημασίαν' αγνώστου ετύμου.
 
Λατσός, επίθετο’ ωραίος, καλός’ μάλλον πρόκειται περί γύφτικης λέξεως.
 
Λούγκρα, η’ πολύ κακιά, μοχθηρή’ αγνώστου ετύμου’ ο λαός χρησιμοποιεί την λέξη.
 
Μπαρό, το’ αρρώστια’ αγνώστου ετύμου.
 
Μπενάβω’ ομιλώ’ ενεχομένως γύφτικής αρχής’ συνώνυμα: αβέλω, νάψες, λακιράρω, μπουάβω.
 
Μπερντέ, τα' χρήματα' αγνώστου ετύμου' κατά μίαν εκδοχήν επειδή το παραδάκι, σαν μπερντές, σκεπάζει κάθε βρωμιά και κάθε ατιμία' συνώνυμα: βιολετέρα, ντουλο, οποία, τουλά.
 
Μπινελίκι, το' βρισιά, γλύκισμα' από το μάγκικο μπινελίκι, που έχει την ίδια διττη σημασία' εξάλλου από τους μάγκες είναι γνωστά το μπινές (=ομοφυλόφιλος) και το μπινεδιάζω (= επιθυμώ, ποθώ, επιδιώκω, ανυπομονώ για κάτι), αμφότερα καταγόμενα από το τουρκικό binmek (= καβαλικεύω)
 
Μπουλκουμέ, το’ εκσπερμάτωση, σπέρμα’ αγνώστου ετύμου’ ενίοτε λέγεται πουρκουμέ’ άλλα συνώνυμα: κουραβελτόζουμο, λαχανιαζόζουμο, σαρμελόζουμο, τεκνοκαλλιεργίστρα, τρεμόζουμο, φλόκι.
 
Μπουτ, επίρρημα’ πολύ’ προτασσομένου του άρθρου τα η λέξη μας αποκτά επιτακτικήν σημασία’ αγνώστου ετύμου’ πάντως στην αγγλική butt σημαίνει άκρη, τέρμα’ και το τούρκικο buut θα πει απόσταση.
 
Ντάνα, η' πόρνη' από το γνωστό πουτάνα, κατά το ντανιά < πουτανιά, λάρα < ψωλάρα κλτ.
 
Ντικ, το' βλέμμα' άκλιτο' από το δικέλω (= βλέπω, κοιτάζω)
 
Παλαμάρι, το' παλάμη, χούφτα' μάλλον από τα κοινά παλάμη > παλαμαριάζω,παρά από το γνωστό παλαμάρι (τουρκικά palamar)
 
Πιασμάν, το’ χάδι στα γεννητικά όργανα’ από το πιάσιμο < πιάνω της κοινής νεοελληνικής.
 
Πούλη, η' πρωκτός' αγνώστου ετύμου, δίχως να αποκλείεται σχέση με το κοινό πουλί > πουλάκι (= αιδοίον)' συνώνυμο το τουρλολιγούρα.
 
Πουρός, επίθετο’ γέρος, ηλικιωμένος, παρήλιξ’ μάλλον από το γνωστό πουρί.
 
Πρεζαντέ, η’ πιάτσα, τόπος όπου συνήθως εμγανίζεσαι’ από το γαλλικό presenter(=παρουσιάζω)
 
Πρεσβεία, η' δημόσια ουρητήρια.
 
Πρεσβεία της Μεγάλης Βρετανίας, η’ τα ουρητήρια της πλατείας Συντάγματος’ λέγονται έτσι λόγω του γειτονικού μεγάλου ξενοδοχείου. Σημειωτέον ότι, η εν λόγω πλατεία ονομάζεται στην καλιαρντή Γερμανόγκρεμα.
 
Πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών, η’ τα ουρητήρια της πλατείας Ομονοίας’ η πλατεία αυτή ονομάζεται στην καλιαρντή Κανουλού.
 
Ρούνα, η’ αστυνομικός’ αγνώστου ετύμου’
 
Σαρμέλα, η’ πέος’ αγνώστου ετύμου’ τουρκιστί serm σημαίνει αιδώς’ συνώνυμα: σαρμελιά, σεμελιά, σερμέλα, σερμελιά, σφαίρα, λάρα, μπάμια, φακιροπίπιζα, τουτού, φιστίκι.
 
Τα' το γνωστό άρθρο (πληθυντικός ουδετέρου)' χρησιμοποιείται σαν επιτακτικό, και μάλιστα, κυρίως, όταν δεν αρμόζει συντακτικώς' παράδειγμα: ένα τεκνό τα μπουτ λατσό.
 
Τεκνό, το’ αγόρι, νεαρός, μικρό’ από το κοινό τέκνο’ πάντως η λέξη είναι παρμένη από το τέκνο που έχει ο κέθε γέροντας καλόγερος.
 
Τζάω’ φεύγω,ξεγλιστρώ, το σκάω, διώχνω, διαφεύγω’ από το θέμα τζα- ή τζαζ- των ρημάτων τζάζω, τζασάρω, τζασέρνω’ σχετικώτατα και τα: αβέλω κανικό, αβέλω σπασίμπες, αβέλω τζαστικό, βουέλω τζα.
 
Τζιβιτζιλού, η’ λεσβία’ συνώνυμα: σεμναδερφή, σιβιτζιλού, σιβίτζω, γκουνιότα, μαντάμ-γκου.
 
Τζουρό, το’ ούρο, ουρητήριο, αποχωρητήριο’ ίσως από το γαλλικό troiszeros (ήτοι: 000=W.C.), ή ονοματοποιία από τον ήχο τζουρρ!
 
Τζινάβω’ καταλαβαίνω, εννοώ, νιώθω, αισθάνομαι, πονηρεύομαι’ ρήμα-κλειδί της καλιαρντής’ μάλλον γύφτικης αρχής.
 
Τσόλι, το' θρασύς νεαρός, τσόγλανος' από το κοινό τσόλι (τουρκικά çul)
 
Τσουρνό, το' κλέψιμο' ειδικώτερον, κλοπή πορτοφολιού παιδεραστού, κατά τη διάρκεια της συνουσίας, από το φίλο του κίναιδου, που είναι κρυμένος κάτω από το κρεβάτι' αγνώστου ετύμου.
 
Χάλω' τρώω' αγνώστου ετύμου
Share in Facebook
Tweet it!